ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΛΗΣ

ΤΗΣ ΦΤΩΧΟΜΕΣΑΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΑΣ

 

Του Ανδρέα Πλουμή

 

 

Η μείωση του αγροτικού πληθυσμού την τελευταία εικοσαετία μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εποχή της μαζικής μετανάστευσης των δεκαετιών 1950–1960.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 οι αγρότες μειώθηκαν κατά 50%. Μόνο τα τελευταία 8 χρόνια 130.000 ήταν οι αγρότες που εγκατέλειψαν τις γεωργικές δραστηριότητες. Παρά την αύξηση της καλλιεργούμενης γης, το κατά κεφαλή εισόδημα παρέμεινε σταθερό με μια μικρή αύξηση, ενώ σε σχέση με την ΕΕ των 15 ως ποσοστό του μέσου αγροτικού εισοδήματος έπεσε από το 77,8% του κοινοτικού μέσου όρου το 1996 στο 72,8 % το 2003 (Eurostat 2004). Το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας με την ΕΕ επιδεινώνεται χρόνο με το χρόνο. Η γενική τάση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μαζί με τις πολιτικές EE και ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, που βαθαίνουν και οργανώνουν την κρίση στην αγροτική παραγωγή, οδηγούν μεγάλες μάζες αγροτών σε μια βίαιη προλεταριοποίηση.

Κατάρρευση των τιμών για τους παραγωγούς. Επιδοτήσεις κουτσουρεμένες. Σοδειές απούλητες. Ποσοστώσεις μειωμένες. Επιτόκια τοκογλυφικά. Απειλές κατασχέσεων και κατασχέσεις από τις τράπεζες. Εκβιασμοί από τους μεγαλέμπορους και μεγαλοβιομήχανους, με «φθηνές» εισαγωγές από τρίτες χώρες για να ρίξουν τις τιμές. Προώθηση ακόμα μεγαλύτερης εξάρτησης των παραγωγών από τους μεγαλεμπόρους με την υποχρεωτική συσκευασία του συνόλου των οπωροκηπευτικών ακόμα και για τη διακίνηση στις λαϊκές αγορές, όταν είναι γνωστό σε πάρα πολλές αγροτικές περιοχές της χώρας δεν υπάρχουν συσκευαστήρια, ενώ πολλές από τις συνεταιριστικές οργανώσεις αναγκάστηκαν να ξεπουλήσουν όσο–όσο τα προηγούμενα χρόνια τις γραμμές συσκευασίας που διέθεταν. Από κοντά κι οι μεγαλοαγρότες για ν΄ αρπάξουν τη γη, που θα εγκαταλείψουν οι ξεριζωμένοι μικροπαραγωγοί.

Ροδάκινα, ελιές κι ελαιόλαδο, καπνά, βαμβάκια, σταφύλια, στάρια, κηπευτικά… παντού το ίδιο σκηνικό. Απ΄ άκρη σ΄ άκρη, σε όλη την Ελλάδα δεν υπάρχει προϊόν χωρίς προβλήματα, δεν υπάρχει φτωχομεσαίος αγρότης που να μη νιώθει τη θηλιά να σφίγγει γύρω απ΄ το λαιμό του και να μην ασφυκτιά κάτω απ΄ το θανάσιμο εναγκαλισμό του μεγάλου κεφαλαίου (εμποροβιομηχανικού, τραπεζικού κ.λπ.)

 

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ 

Όλ΄ αυτά τα χρόνια έχουν ξεσπάσει σημαντικοί αγώνες της φτωχομεσαίας αγροτιάς, με κορυφαία την κινητοποίηση του Δεκέμβρη 1996-Γενάρη 1997. Αυτός ο πολυήμερος αγώνας, που έφερε την κυβέρνηση Σημίτη σε αδιέξοδο, κατέληξε στη γνωστή άνευ λόγου υποχώρηση, τη στιγμή ακριβώς της κορύφωσής του, με τα γνωστά στη συνέχεια «ξεφουσκώματα». Όμως, τα μπλόκα του ‘96 ανέδειξαν τις δυνατότητες του μαζικού αγώνα διαρκείας απ΄ τη μια και απ΄ την άλλη έκαναν σαφές ότι η υποτίμηση των κατασταλτικών μηχανισμών και του ρόλου τους (γαρίφαλα στα ΜΑΤ), η συμμαχία με τους μεγαλοαγρότες και τις πολιτικές τους εκφράσεις (σύμπραξη ΚΚΕ–ΝΔ στα μπλόκα), η υποχώρηση στα αιτήματα και στα συνθήματα στις πιέσεις των μεγαλοαγροτών (καμιά αναφορά στην ΕΕ, τους μεγαλέμπορους–μεγαλοβιομήχανους), η αποσύνδεση των προβλημάτων και αιτημάτων της φτωχομεσαίας αγροτιάς από τα αιτήματα και άλλων ομάδων που εμπλέκονται στην αγροτική παραγωγή, μπορεί πολύ εύκολα, στο κρίσιμο σημείο, να οδηγήσει έναν αγώνα ελπιδοφόρο στην ήττα.

Παραπέρα, τα μπλόκα του ‘96 και οι κινητοποιήσεις τα επόμενα χρόνια, κατέγραψαν την απουσία της ριζοσπαστικής ανατρεπτικής αριστεράς από αυτούς τους αγώνες. Και δεν εννοούμε σε καμιά περίπτωση τη φυσική απουσία. Τα μέλη και στελέχη των οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς και ανένταχτοι αγωνιστές βρίσκονταν εκεί. Στα μπλόκα. Στους Αγώνες. Διασπαρμένοι όμως και κατακερματισμένοι, δρώντας ουσιαστικά ο καθένας μόνος του, χωρίς το στοιχειώδη συντονισμό μεταξύ τους. Γι’ αυτό και δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν την απόφαση της συντονιστικής επιτροπής για αποχώρηση από τα μπλόκα. Δεν μπόρεσαν να εκφράσουν τις πραγματικά αγωνιστικές διαθέσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των φτωχομεσαίων αγροτών. Δεν μπόρεσαν να αντιπαλέψουν το κλίμα ηττοπάθειας, προβάλλοντας την ανάγκη ανασύνταξης και αντεπίθεσης του κινήματος, για να υπάρξει σθεναρή αντίσταση στην αστυνομοκρατία και την δικαστική τρομοκρατία που ακολούθησε.

Σήμερα που η κρίση βαθαίνει και οργανώνεται από ΕΕ και κυβέρνηση, οι αυταπάτες διαλύονται. Δεν αρκεί πλέον ένα απλά διεκδικητικό κίνημα, που θα ζητά μόνο μεγαλύτερες ποσοστώσεις ή καλύτερες τιμές για τα προϊόντα. Απαιτείται ένα κίνημα που θα ενώσει το σύνολο των απασχολούμενων με τη γεωργία. Αγρότες, εργάτες γης Έλληνες και ξένους, εργαζόμενους στις συνεταιριστικές οργανώσεις. Που θα δεθεί με τους αγώνες των εργαζόμενων στις πόλεις. Ένα νέο κίνημα που παλεύει ενάντια στην καταστροφή που φέρνουν ΕΕ-ΠΟΕ–μεγαλέμποροι–μεγαλοαγρότες–μεγαλοβιομήχανοι. Ένα κίνημα που θα θέσει εκ νέου και σε αντικαπιταλιστική ανατρεπτική βάση το ζήτημα τι παράγουμε, πόσο παράγουμε, πώς το παράγουμε και γιατί.

Κι αυτό δεν μπορεί να το προωθήσει καμιά πολιτική δύναμη που υποκλίνεται στο ρεφορμισμό ή που αρκείται να θέτει μόνο οικονομικές διεκδικήσεις και κατά προτίμηση για κάθε προϊόν ξεχωριστά. Δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει καμιά πολιτική δύναμη, που θεωρεί μη αναστρέψιμη την πορεία που χάραξαν ΚΑΠ–ΠΟΕ, που δεν παλεύει ενάντια στην πολιτική της ΕΕ και την έξοδο της χώρας απ΄ αυτήν και την διάλυση της.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΛΗΣ

Αυτό προϋποθέτει την επαναστατική ενότητα των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, οργανώσεων και ανένταχτων αγωνιστών στην ύπαιθρο. Τη συσπείρωση όλων αυτών των διάσπαρτων δυνάμεων με ένα αγωνιστικό ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα πειστικό διεκδικητικό πρόγραμμα, χωρίς να παραγνωρίζει την ανάγκη της συζήτησης για τα μεγάλα θέματα που απασχολούν τους εργαζόμενους και την αγροτιά.

Τα ζητήματα κοινής δράσης και διαλόγου σ΄ αυτή την κατεύθυνση μπορεί να είναι:

 

Ιούνης 2005