Αποτελεί κοινό μυστικό η κρίση της ευρωπαϊκής και ελληνικής γεωργίας· κρίση που εκφράζεται με την κατακόρυφη πτώση των τιμών (για τους παραγωγούς) των αγροτικών προϊόντων και την ταυτόχρονη αύξηση των τιμών όλων των εισροών της γεωργίας (σπόρων, φαρμάκων, λιπασμάτων, μηχανημάτων, καυσίμων), την υπερχρέωση των αγροτών, κυρίως των φτωχομεσαίων. Το χειρότερο είναι ότι, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, για τη μεγάλη πλειοψηφία των φτωχομεσαίων αγροτών δεν διαφαίνεται καμιά ελπίδα εξόδου από αυτήν την κρίση.
Μεγάλο κεφάλαιο και πολυεθνικά-υπερεθνικά μονοπώλια προωθούν την αναδιάρθρωση της γεωργίας σε βάρος των φτωχών και μεσαίων αγροτών, αλλά και σε βάρος του συνόλου των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας και των μικρομεσαίων στρωμάτων γενικότερα, σε βάρος των λαών και χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, σε βάρος της υγείας του παγκόσμιου πληθυσμού και της φύσης. Αναδιάρθρωση που υπακούει στην ανάγκη του κεφαλαίου να διατηρήσει και να αυξήσει τα ποσοστά του κέρδους του και να ξεπεράσει τη μακρόχρονη δομική του κρίση.
Στην κατεύθυνση αυτή γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες της δράσης των πολυεθνικών - υπερεθνικών μονοπωλίων του περίφημου γεωργικού-διατροφικού συμπλέγματος προκειμένου να μονοπωλήσουν την παγκόσμια αγορά τροφίμων, να ελέγξουν την αγορά των σπόρων[1], να ελέγξουν και να προσδιορίσουν την παραγωγή και τη διακίνηση των αγροτικών προϊόντων. Να επιβάλουν την κατανάλωση των μεταλλαγμένων τροφών, τη χρήση επικίνδυνων και καταστροφικών, τοξικών, καρκινογόνων κ.λπ. γεωργικών φαρμάκων.
Η «διόρθωση» της ΚΑΠ (Κοινής Αγροτικής Πολιτικής), της μοναδικής κοινής πολιτικής της ΕΟΚ που αφορούσε έναν ολόκληρο τομέα παραγωγής, άρχισε από τα μέσα της δεκαετίας του ‘ 80, για να συνεχιστεί το ‘ 92 με την αναθεώρησή της (ποσοστώσεις στην παραγωγή και φόροι συνυπευθυνότητας, αναγκαστικές αγραναπαύσεις, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και κίνητρα σε αγρότες ώστε να βγουν από την παραγωγή) και να βρει την τελική της έκφραση στο πρόγραμμα Ατζέντα 2000, με στόχο την κατάργηση των επιδοτήσεων[2] στην παραγωγή, των τιμών παρέμβασης και των αποσύρσεων και μια ριζική παραγωγική αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής γεωργίας προκειμένου :
Σ’ αυτό το πλαίσιο κινείται και η κυβέρνηση και η κεφαλαιοκρατική ολιγαρχία στη χώρα μας. Με την πολιτική τους (ΕΕ-κυβέρνηση- μεγάλο κεφάλαιο-μεγαλοαγρότες) βαθαίνουν και οργανώνουν την κρίση της ελληνικής γεωργίας[9]. Αποτέλεσμα αυτών των αντιαγροτικών πολιτικών, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή των μικρών και μεσαίων νοικοκυριών και τη μεγάλη μάζα των αγροτών στην ανεργία, είναι και ο ξεσηκωμός της φτωχομεσαίας αγροτιάς τα τελευταία χρόνια, με σημαντικότερη την κινητοποίηση 1996-1997. Οι αγώνες αυτοί, παρά το γεγονός ότι και μαζικοί και μακρόχρονοι ήταν και έφεραν στο προσκήνιο για μια ακόμη φορά τα προβλήματα της αγροτιάς, δεν απέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα γιατί:
1. Κυριάρχησαν στα αιτήματα (επιτάχυνση δημιουργίας του Μητρώου Αγροτών κ.λπ.) και την καθοδήγηση των κινητοποιήσεων οι μεγαλοαγρότες, σε βάρος των αιτημάτων των φτωχομεσαίων αγροτών.
2. Εμφανίστηκε και συκοφαντήθηκε ο αγώνας τους σαν συμμαχία της Ν.Δ. και του ψευτο«Κ»ΚΕ.
3. Οι φτωχομεσαίοι αγρότες βρέθηκαν πολιτικά απροετοίμαστοι και οργανωτικά πολυδιασπασμένοι (δύο και τρεις αγροτικοί σύλλογοι σε κάθε χωριό χωρίς ουσιαστική λειτουργία).
4. Δεν υπήρχαν συγκεκριμένοι πολιτικοί και συνδικαλιστικοί στόχοι, πέρα από τα άμεσα αιτήματα.
5. Δεν συνδέθηκαν όσο θα έπρεπε και όσο ώριμες ήταν οι συνθήκες με τα κινήματα στις πόλεις, με ευθύνη και των γραφειοκρατικών-ρεφορμιστικών ηγεσιών των συνδικάτων των εργαζομένων.
6. Υπονομεύτηκαν από τα μέσα. Δεν απόκτησαν πανελλαδικούς στόχους και συντονισμό. Η ΠΑΣΕ, δέσμια ρεφορμιστικών και μικροκομματικών επιλογών, αγνόησε τις διαθέσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των φτωχών και μεσαίων αγροτών, που ήταν κλιμάκωση και δυνάμωμα των κινητοποιήσεων. Απέφυγαν την σύγκρουση με ΕΕ-ΟΝΕ-κυβέρνηση και καλλιέργησαν αυταπάτες για το ρόλο του σημερινού κράτους και των μηχανισμών του (γαρύφαλλα στα ΜΑΤ).
7. Η ριζοσπαστική και επαναστατική αριστερά βρέθηκε ανέτοιμη πολιτικά και οργανωτικά να παρέμβει και να ανατρέψει το κλίμα του συμβιβασμού και των υπαναχωρήσεων, να δώσει πνοή, κατεύθυνση και συνέχεια στους αγώνες αυτούς.
Η γεωργική γη στην Ελλάδα είναι περίπου 36,5 εκατ. στρέμματα. Από αυτά το 19,4% βρίσκεται σε ημιορεινές και το 24,9 % σε ορεινές περιοχές. Το 70% της γεωργικής γης ανήκει σε μειονεκτικές περιοχές (ορεινές, νησιώτικες, προβληματικές)[10] . Η γόνιμη γεωργική γη εντοπίζεται στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Το 1991 αρδεύονταν περίπου 11,9 εκατ. στρέμματα, ποσοστό 33,8 % του συνόλου, λιγότερο από το 70% των αρδεύσιμων εκτάσεων.
Η μέση έκταση της γεωργικής εκμετάλλευσης είναι μικρή, γύρω στα 40 στρέμματα και κατακερματισμένη σε αγροτεμάχια 6-10 στρεμμάτων, η μικρότερη στην Ε.Ε. των 15 (πίνακας 1), όπου η μέση εκμετάλλευση έχει 187 στρέμματα.
Με βάση την απογραφή του 1991 υπήρχαν 852,466[11] εκμεταλλεύσεις. Αυτές με 0 έως 99,9 στρέμματα ήταν 667,362 οι οποίες αποτελούσαν το 90,7% του συνόλου και καλλιεργούσαν το 54,7% της γεωργικής γης. Οι εκμεταλλεύσεις με 100 στρέμματα και άνω ήταν 78.817 ποσοστό 9,3% του συνόλου των εκμεταλλεύσεων και οι οποίες καλλιεργούσαν το 45,3% της γεωργικής γης (πίνακας 2).
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει η τάση να μειώνονται οι εκμεταλλεύσεις της τάξης 0-50 στρέμματα και να αυξάνονται αυτές από 100 στρέμματα και πάνω, ενώ ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων της τάξης των 50 έως 100 στρεμμάτων δείχνει μια σταθεροποίηση με μείωση της γης που καλλιεργούν από 9.490.000 στρέμματα σε 8.550.000 στρέμματα για την περίοδο 1980-1993.
Πίνακας 1

Πίνακας 2

Για την περίοδο αυτή 1980 - 1993 μπορούμε να παρατηρήσουμε πως υπάρχει μια τάση μείωσης του ποσοστού χρησιμοποιούμενης γης από όλες τις εκμεταλλεύσεις, εκτός από αυτές που είναι πάνω από 50 εκτάρια (500 στρέμματα) και για τις οποίες, υπάρχει τάση αύξησης της χρησιμοποιούμενης γης (πίνακας 3).
Πίνακας 3

Μ’ αυτά τα δεδομένα γι’ αυτήν την περίοδο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε βέβαια πως έχει αλλάξει ακόμα αισθητά το τοπίο, που χαρακτηρίζεται από την πλειοψηφική παρουσία της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας στο σύνολο των εκμεταλλεύσεων. Μπορούμε όμως να διαπιστώσουμε ότι οι τάσεις για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση ενισχύονται και θα ενισχυθούν ακόμα περισσότερο με τον εξαναγκασμό σε αποχώρηση από την αγροτική παραγωγή μικροαγροτών αρχηγών εκμεταλλεύσεων. Σ’ αυτήν την τάση συγκεντροποίησης σημαντικό ρόλο παίζουν οι ενοικιάσεις εκτάσεων μικροαγροτών που εγκαταλείπουν τη γη τους από τους μεγαλοαγρότες. Το 45% των καλλιεργούμενων εκτάσεων είναι νοικιασμένες.
Φαινόμενο αρκετά έντονο στις εκτατικές[12] καλλιέργειες και ιδιαίτερα στις πεδινές περιοχές Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Θράκης. Η καταβολή όμως ενοικίου από τους μεγαλοαγρότες στους μικρο-ιδιοκτήτες είναι προσωρινό φαινόμενο. Η διάθεση τους είναι να υφαρπάξουν τη γη αυτή[13] που σήμερα νοικιάζουν. Αυτές τους τις ορέξεις εξυπηρετούν το Μητρώο Αγροτών (στον πίνακα 7 φαίνονται οι συνέπειες του στον πρώτο χρόνο ύπαρξης του), η τράπεζα γης, οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, οι αγραναπαύσεις, το κτηματολόγιο, η αφορολόγητη μεταβίβαση γης και οι φόροι πάνω στην ακίνητη περιουσία, φορολόγηση των αγροτών κ.λπ., μέτρα που προωθούνται από Ε.Ε.-κυβέρνηση. Είναι μέτρα που: αποκόπτουν τμήματα μικροαγροτών από τις επιδοτήσεις, κάνουν ασύμφορη για τους μικροαγρότες τη συνέχιση της διατήρησης της ιδιοκτησίας τους και την εξάσκηση της αγροτικής τους δραστηριότητας.
Τα τελευταία 30 χρόνια ο αγροτικός πληθυσμός της χώρας έχει υποστεί μεγάλη μείωση. Η μετανάστευση στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60, είτε στο εσωτερικό (προς τις μεγάλες πόλεις) είτε στο εξωτερικό, ερήμωσαν κυριολεκτικά την ύπαιθρο. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες[14]. Οι εργαζόμενοι στη γεωργία–κτηνοτροφία–αλιεία από το 33,2% του συνολικού εργατικού δυναμικού το 1977 μειώθηκαν στο 24,5% το 1990 και στο 19,8% το 1997. Σε απόλυτους αριθμούς οι απασχολούμενοι στη γεωργία από 1.083.000 το 1981 μειώθηκαν σε 890.000 το 1990 και στις 765.000 το 1997.
Πίνακας 4

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ[15], στην γεωργική παραγωγή (γεωργία - κτηνοτροφία - αλιεία) απασχολούνται 764,984 άτομα(437,720 άνδρες και 327,265 γυναίκες). Από αυτούς το 4.5% είναι εργοδότες, το 54.2% αυτοαπασχολούμενοι, το 4% μισθωτοί και το 37.3% Βοηθοί κυρίως γυναίκες (πίνακας 6). Όπως φαίνεται και από τον πίνακα 7, υπάρχει τάση αύξησης της μισθωτής εργασίας στην γεωργία. Το πραγματικό μέγεθος, σαφώς μεγαλύτερο, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, γιατί μεγάλο μέρος των μισθωτών εποχιακών ή μόνιμων αποτελείται από ξένους εργάτες, που δεν είναι καταγεγραμμένοι στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Αν εξετάσουμε κατά ηλικιακές ομάδες αυτό τον πληθυσμό, παρατηρούμε ότι: ενώ στο σύνολο οι αγρότες αποτελούν το 19.8% του πληθυσμού αυτό το ποσοστό έχει έντονες διαφοροποιήσεις κατά ηλικιακές ομάδες.
Το γεγονός ότι: οι ηλικίες μεταξύ 20 - 44 ετών είναι πολύ κάτω από το γενικό επίπεδο του 19.8% και κυμαίνεται περίπου στο 12 % ενώ αντίθετα σε ηλικίες άνω των 65 ετών το αντίστοιχο ποσοστό είναι πάνω από 64%, δείχνει μια τάση ακόμα μεγαλύτερης μείωσης των αγροτών στα επόμενα χρόνια (πίνακας 5).
Πίνακας 5

Το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο είναι ένα από τα χαρακτηριστικά των αγροτών, δείκτης της αδιαφορίας του κράτους για μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Το 91,4% δεν έχει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης και το 14,3% δεν έχει ούτε απολυτήριο δημοτικού. Μόλις το 0,5% έχει πτυχίο Ανώτατων σχολών και το 0,7% ανώτερων σχολών (πίνακας 8).
Πίνακας 6

Πίνακας 7[16]
|
|
1997 |
1998 |
Μεταβολή % |
|
Εργάτες γης |
89.200 |
93.000 |
4,2 |
|
Αρχηγοί Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων |
507.000 |
483.900 |
-4,6 |
|
Σύνολο Απασχολούμενων στη Γεωργία |
596.200 |
576.900 |
-3,2 |
Πηγή: Eurostat
Πίνακας 8
Επίπεδο μόρφωσης ανθρώπινου δυναμικού στον πρωτογενή τομέα (1997)
Πηγή: ΙΝΕ ΓΣΕΕ

Πίνακας 9

Πίνακας 10

Μετά το 1970, στα μικρά αγροτικά νοικοκυριά τείνει να γενικευτεί η πολυαπασχόληση. Η αναζήτηση και άλλων μορφών απασχόλησης, αναγκαία για τη συμπλήρωση του εισοδήματος του μικρού νοικοκυριού, έχει λειτουργήσει και λειτουργεί σαν προθάλαμος για την έξοδο των αγροτών από τη γεωργία. Σύμφωνα με έρευνα του Μεσογειακού Ιδρύματος Μελετών του 1994[17], στο 55% των νοικοκυριών ο αρχηγός της εκμετάλλευσης (κάτω των 65 ετών) έχει αγροτικές δραστηριότητες στις οποίες αφιερώνει λιγότερο από το 50% του χρόνου του. Στο 24% των νοικοκυριών ο αρχηγός της εκμετάλλευσης έχει εξωαγροτικές δραστηριότητες στις οποίες αφιερώνει λιγότερο από το 50% του χρόνου του. Σε 2% των νοικοκυριών που παραμένουν στον αγροτικό χώρο και ο αρχηγός είναι κάτω των 65 ετών, δεν έχει αγροτική ή εξωαγροτική απασχόληση, όπως άλλη απασχόληση δεν έχουν και τα υπόλοιπα μέλη του νοικοκυριού.
Η πολυαπασχόληση εκδηλώνεται κυρίως σε αγροτικές περιοχές γειτονικές σε μεγάλα αστικά κέντρα ή σε περιοχές που αναπτύσσονται, όπου και οι ευκαιρίες απασχόλησης είναι μεγαλύτερες. Κυρίως απασχολούνται ως ανειδίκευτοι εργάτες στη βιομηχανία και στις οικοδομές. Αυτό ως γεγονός φέρνει κοντά τους φτωχομεσαίους αγρότες με την εργατική τάξη στη ζωή και στους αγώνες και παρότι η ύπαρξη δεύτερου εισοδήματος κρατά σε χαμηλά επίπεδα τα μεροκάματα, όταν ξεσπά η αγανάκτηση και οι μακρόχρονοι αγώνες, αυτό το δεύτερο εισόδημα μπορεί και τους δίνει μεγάλη διάρκεια.
Η ελληνική αγροτική παραγωγή, κατά 74% φυτική και κατά 26% ζωική (σχέση αντίστροφη με τις χώρες της ΕΕ – το 1980 αυτή η σχέση ήταν 64%-36%), προσδιορίστηκε από τις γεωφυσικές και κλιματολογικές συνθήκες, αλλά και από τις κοινωνικές ιστορικές συνθήκες. Η μικρή ιδιοκτησία και το μικρό μέγεθος εκμεταλλεύσεων ενίσχυσαν καλλιέργειες έντασης εργασίας, η ανεπάρκεια του αγροτικού εισοδήματος που αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της αγροτικής οικογένειας και η συνακόλουθη πολυαπασχόληση τις δενδρώδεις καλλιέργειες. Οι τελευταίες χρειάζονται μικρότερο χρόνο ενασχόλησης και αφήνουν περιθώριο στο μικροαγρότη να ασκεί και την παράλληλη δραστηριότητα του. Η Ήπειρος και η Πελοπόννησος και η Λοιπή Στερεά και Εύβοια με τη μικρότερη ανά εκμετάλλευση μέση έκταση 26,5 στρεμμάτων, 37,2 στρεμμάτων και 38,93 στρεμμάτων αντίστοιχα και εδάφη ημιορεινά και άγονα έχουν αναλογικά τη μεγαλύτερη έκταση δεντροκαλλιεργειών (πίνακας 11 και πίνακας 10).
Πίνακας 11

Το 45% της γεωργικής παραγωγής αποτελείται από προϊόντα μεσογειακού τύπου, όπως φρούτα, λαχανικά, σταφίδες, ελαιόλαδο, κρασί, βαμβάκι, καπνό, αιγοπρόβειο κρέας και γάλα. Η χώρα έχει επάρκεια σε βαμβάκι, κρασί, καπνό, ελιά-ελαιόλαδο, φρούτα και λαχανικά και πραγματοποιεί και εξαγωγές. Είναι περίπου αυτάρκης σε κρέας χοιρινό, πουλερικά, πατάτες, σιτάρι, ζαχαρότευτλα. Σημαντικά ελλειμματική είναι η χώρα σε βόειο κρέας, γαλακτοκομικά και πρωτεϊνούχες ζωοτροφές.
Στο μεγαλύτερο βαθμό, η αγροτική παραγωγή σε είδος και ποσότητα έχει καθοριστεί από την Ε.Ε., πρώην ΕΟΚ. Με την πολιτική του καρότου (επιδοτήσεις ) και του μαστίγιου (ποσοστώσεις, φόροι συνυπευθυνότητας), άλλαξε τον προσανατολισμό της παραγωγής (μεγαλύτερη σύνδεση με τη βιομηχανία[18], βιομηχανικά φυτά) και την όποια θετική πορεία είχε υπάρξει τα προηγούμενα από την πλήρη ένταξη χρόνια (κρέας, γαλακτοκομικά), ενώ η πολιτική των αποσύρσεων, οι γνωστές χωματερές, αλλά και της αποσύνδεσης του εισοδήματος από την παραγωγή διαστρέβλωσαν τη συνείδηση του μικροαγρότη ως παραγωγού, με δυσμενή εξέλιξη στον τομέα παραγωγικότητα και διεθνή ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα.
Στους πίνακες 12 και 13 φαίνεται αρκετά καθαρά ο μεγάλος βαθμός εξάρτησης του μικρού παραγωγού από τις διαθέσεις των μεγαλοβιομήχανων και μεγαλεμπόρων. Οι μεγαλύτερες αυξομειώσεις στην παραγωγή, βραχυχρόνια, εμφανίζονται στα λεγόμενα βιομηχανικά φυτά ή στα φυτά υψηλής εμπορευσιμότητας.
Τη δεκαετία 1980-1990 η γεωργική παραγωγή αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 6,5%. Την ίδια περίοδο στην ΕΟΚ των 12 ο δείκτης όγκου παραγωγής αυξήθηκε κατά 15,2% και η ακαθάριστη αξία παραγωγής κατά 17,9%[19] Σε γενικές γραμμές μπορούμε να διαπιστώσουμε κατά προϊόν ότι: Α. Στις αροτραίες καλλιέργειες υπάρχει σαφής τάση για μείωση της συνολικής παραγωγής σταριού (στο σκληρό υπάρχει τάση αύξησης που όμως δεν μπορεί να καλύψει τις απώλειες από την κάθετη μείωση του μαλακού). Τάσεις μείωσης υπάρχουν για τη βρώμη, το κριθάρι και τα όσπρια. Αυξητικές τάσεις παρουσιάζουν σίκαλη, ρύζι και καλαμπόκι.
Πίνακας 12

Β. Στα λεγόμενα βιομηχανικά φυτά, το βαμβάκι φαίνεται να σταθεροποιείται στα 4 εκατ. στρέμματα περίπου και από την άποψη της παραγωγής να ‘χει μια μικρή αύξηση, αμφισβητούμενη λόγω των ποσοστώσεων και της γενικότερης πολιτικής της ΕΕ. Στα καπνά παρουσιαζόταν μια αυξητική τάση, όμως με την απαγόρευση καλλιέργειας των ποικιλιών μαύρα και τσεμπέλια και την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους της ποσόστωσής τους θα ‘χουμε στα επόμενα χρόνια σαφή μείωση της παραγωγής. Ηλίανθος, σόγια, αραχίδα, παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις, με σαφή όμως τη γενική τάση μείωσης. Αύξηση παρουσιάζουν τα ζαχαρότευτλα.
Από τα υπόλοιπα σαφέστατα πτωτική τάση παρατηρούμε σε ζωοτροφές, κρασί, σταφίδα, ενώ τάσεις αύξησης παρατηρούνται σε εσπεριδοειδή και ροδάκινα (παρ’ όλα τα προβλήματα διάθεσης).
Έντονα πτωτικές τάσεις έχει η παραγωγή κρέατος, με αυξητικές τάσεις σε χοιρινά και πουλερικά.
Πίνακας 13
Παραγωγή κυριότερων αγροτικών προϊόντων 1981 -1993
Πηγή: ΕΣΥΕ (Σε χιλιάδες τόνους)
|
|
1981 |
1985 |
1989 |
1990 |
1991 |
1992 |
1993 |
|
Α. Γεωργία |
|
|
|
|
|
|
|
|
1. Αροτραίες καλλιέργειες |
|
|
|
|
|
|
|
|
α. Σιτηρά για καρπό |
|
|
|
|
|
|
|
|
Σιτάρι μαλακό |
2182 |
979 |
1106 |
714 |
828 |
899 |
895 |
|
Σιτάρι σκληρό |
750 |
827 |
1657 |
1251 |
2294 |
1445 |
1248 |
|
Κριθάρι |
742 |
583 |
614 |
341 |
464 |
436 |
415 |
|
Βρώμη |
82 |
64 |
78 |
63 |
80 |
73 |
75 |
|
Σίκαλη |
11 |
23 |
44 |
35 |
49 |
42 |
42 |
|
Καλαμπόκι |
1506 |
1908 |
2221 |
1992 |
2302 |
2048 |
2098 |
|
Ρύζι |
86 |
104 |
99 |
110 |
91 |
101 |
146 |
|
β. Βρώσιμα όσπρια |
|
|
|
|
|
|
|
|
Φασόλια |
35 |
28 |
26 |
24 |
27 |
27 |
22 |
|
Κουκιά |
8 |
7 |
6 |
5 |
6 |
6 |
5 |
|
Φακές |
8 |
2 |
2 |
1 |
1 |
1 |
1 |
|
Ρεβίθια |
13 |
5 |
4 |
4 |
6 |
4 |
3 |
|
γ. Βιομηχανικά φυτά |
|
|
|
|
|
|
|
|
Καπνός |
131 |
150 |
137 |
130 |
162 |
187 |
168 |
|
Βαμβάκι |
385 |
498 |
812 |
652 |
601 |
790 |
996 |
|
Ηλίανθος |
4 |
96 |
71 |
41 |
35 |
51 |
29 |
|
Αραχίδα |
8 |
11 |
8 |
|