![]()
30 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ
ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ
Νέα κρίσιμη καμπή
για το επαναστατικό
και κομμουνιστικό μας κίνημα.
Του Χρίστου Μπίστη
Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην
«Προλεταριακή Σημαία»
1.
Η πρώτη μεταπολεμική ύφεση και κρίση, οι νίκες
των λαών της Ινδοκίνας, ο Μάης του '68, η Πολιτιστική επανάσταση, η όξυνση
των ενδοϊμπεριαλιστικών και ενδοαστικών αντιθέσεων στον κόσμο και τη χώρα
μας, είχαν προετοιμάσει το έδαφος. Η κατάρρευση της φασιστικής χούντας,
λίγους μήνες μετά τη λαϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου και αμέσως μετά το
εγκληματικό πραξικόπημα Σαμψών και την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο,
αποτέλεσε συνέπεια της ολοκληρωτικής ιδεολογικοπολιτικής σήψης, της
απομόνωσης από το λαό και των αδιεξόδων του αμερικανόδουλου,
εμφυλιοπολεμικού, ανοιχτά αντικομμουνιστικού καθεστώτος της μεταπολεμικής
Ελλάδας.
Η «μεταπολίτευση» ήταν η έκφραση κλονισμού της μονόπλευρης αμερικανοκρατίας
και της αναζήτησης νέων ισορροπιών με την ηγεμονία «φιλοευρωπαϊκών» τμημάτων
της άρχουσας τάξης. Χαρακτηρίστηκε από μια επιφανειακή «αποχουντοποίηση» που
διατηρούσε βασικά ανέπαφο τον κρατικό μηχανισμό, και που επιχειρούσε να
αποκαταστήσει τα ερείσματα του αστικού καθεστώτος με τη μετάλλαξη της παλιάς
δεξιάς σε «Νέα Δημοκρατία», τη σταδιακή απορρόφηση των παραδοσιακών δυνάμεων
του Κέντρου από το «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ, τον περιορισμό στο ελάχιστο δυνατό
των εργατικών και λαϊκών διεκδικήσεων και δικαιωμάτων.
Και βέβαια στη διάρκεια αυτών των ιστορικών μετατοπίσεων δεν είναι δυνατό να
μιλήσουμε για κάποιο ενιαίο «αριστερό κίνημα». Γιατί από τη μια μεριά είχαμε
μια ρεφορμιστική αριστερά που ως συνέπεια των πραξικοπηματικά, από τα πάνω
και από τα έξω, επιβεβλημένων ανατροπών στο αριστερό και κομμουνιστικό μας
κίνημα, είχε εγκαταλείψει τον επαναστατικό δρόμο για να ακολουθήσει μια
πολιτική ουράς απέναντι στην αστική τάξη πριν, στη διάρκεια αλλά και μετά τη
στρατιωτικοφασιστική δικτατορία. Οι ουτοπίες για την «ειρηνική μετεξέλιξη»
του χουντικού καθεστώτος με την ηγεμονία της αστικής αντιπολίτευσης, για
«αλλαγή» με την «ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων» και την ηγεμονία του
ΠΑΣΟΚ, για «κάθαρση» μέσα από την κυβέρνηση Τζανετάκη, την οικουμενική κ.λπ.
διευκόλυναν κάθε φορά την προώθηση των καπιταλιστικών-ιμπεριαλιστικών
συμφερόντων στη χώρα μας.
Από την άλλη, διάσπαρτες επαναστατικές οργανώσεις και συλλογικότητες ήταν
αυτές που είχαν πρωτοστατήσει στη λαϊκή εξέγερση του Νοέμβρη και είχαν
ανατρέψει τα σχέδια της χούντας και των Αμερικάνων για την οικοδόμηση ενός
«συνταγματικού κοινοβουλευτικού φασισμού», τον οποίο είτε είχαν αποδεχτεί
είτε ανέχονταν αστοί και ρεφορμιστές. Ωστόσο και οι δυνάμεις αυτές δεν είχαν
την ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση που να ανταποκρίνεται στους τότε
συσχετισμούς, ούτε την οργανωτική εκείνη συγκρότηση και κοινωνική γείωση που
θα τους επέτρεπε να επιβάλουν μιαν άλλη εργατική και λαϊκή μεταπολίτευση ως
«μορφή πλησιάσματος προς την επανάσταση» (Λένιν, «Αριστερισμός η παιδική
αρρώστια του κομμουνισμού»). Γι’ αυτό και το μεταπολιτευτικό καθεστώς
καθορίστηκε στην κύρια πλευρά του από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και του
κεφαλαίου.
2. Το
δικομματικό πολιτικό σύστημα που διαμορφώθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του
'70 – αρχές της δεκαετίας του '80 διαφέρει απ’ το αντίστοιχο προχουντικό.
Δεν έχουμε βέβαια τις ανοιχτές και απροκάλυπτες παρεμβάσεις του παλατιού
(που εξέλιπε) και των Αμερικάνων, για το ανεβοκατέβασμα κυβερνήσεων όπως
στις δεκαετίες του '50 και του '60 (π.χ. Ιουλιανά). Ωστόσο μετά το σύντομο
διάλειμμα της εξόδου από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ επί Καραμανλή και με
την πλήρη επανένταξη σ’ αυτό, με την πλήρη ένταξη στην ΕΟΚ, με την απάρνηση
του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» από τη μεριά του ΠΑΣΟΚ πριν έρθει στην
κυβέρνηση, με την πλήρη ένταξη στην Ε.Ε., στην ΟΝΕ και στο ευρώ στη
συνέχεια, όλες οι μεγάλες στρατηγικής σημασίας πολιτικές των ελληνικών
κυβερνήσεων είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένες με τα σχέδια και τις επιδιώξεις
των μεγάλων διεθνών ιμπεριαλιστικών κέντρων. Εκφράζουν την προσπάθεια της
άρχουσας τάξης να διατηρήσει την «ισχυρή Ελλάδα» της σε ένα ρόλο «εταίρου»
τρίτης κατηγορίας. Αποτέλεσμα: η πλήρης νατοποίηση–αμερικανοποίηση του
Αιγαίου, η «ευρωδιχοτόμηση» στην Κύπρο με την «ένταξη στην Ε.Ε.» και την
αποδοχή του σχεδίου Ανάν, η μετατροπή της Ελλάδας σε προγεφύρωμα των κάθε
είδους ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων ενάντια στις χώρες και στους λαούς της
περιοχής. Εξαιρετικά μεγάλη είναι επίσης η διείσδυση και κυριαρχία των
πολυεθνικών στους τομείς κλειδιά της ελληνικής οικονομίας, στα μεγάλα έργα,
στο εμπόριο, καθώς και η πρόσδεση της ντόπιας πλουτοκρατίας σ’ αυτά τα
συμφέροντα. Με την οικονομική και νομισματική ενοποίηση οι ελληνικές
κυβερνήσεις έχουν χάσει ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα άσκησης «εθνικής»
οικονομικής πολιτικής, και έχοντας υιοθετήσει πλήρως τις εντολές της
Λισσαβόνας προωθούν το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου χωρίς όρια, την πλήρη
ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την ισοπέδωση του όποιου «κοινωνικού
κράτους» και των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, το ξεκλήρισμα της φτωχομεσαίας
αγροτιάς, την πλήρη εμπορευματοποίηση της Παιδείας και της Υγείας, με δυο
λέξεις την αδίστακτη λεηλασία της εργατικής δύναμης και των
πλουτοπαραγωγικών πηγών απ’ το μεγάλο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο.
3. Σήμερα
ωστόσο το «τέλος της ιστορίας» μοιάζει να έχει τελειώσει κι αυτό μπροστά στη
νέα παρατεταμένη κρίση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού – καπιταλισμού, την
όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αλλά και το φούντωμα νέων
εστιών αντίστασης με κορυφαία παραδείγματα την ηρωική πάλη του λαού του
Ιράκ, την ακατάβλητη παλαιστινιακή Ιντιφάντα, το παγκόσμιο αντιπολεμικό
κίνημα, αλλά και τα αγωνιστικά ξεσπάσματα των εργαζόμενων μέσα στις ίδιες
τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Μέσα σ’ αυτό το διεθνές πλαίσιο και το
ελληνικό μεταπολιτευτικό δικομματικό καθεστώς που δεν έχει άλλο να προσφέρει
από σειρά νέων επιθέσεων για την ολοκληρωτική ισοπέδωση δικαιωμάτων και
κατακτήσεων των εργαζόμενων και της νεολαίας αντιμετωπίζει κι αυτό τη φθορά
και την απαξίωση. Το συγκρατούν ακόμα η διάλυση και απογοήτευση που έφερε
μαζί της η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», την οποία εμφανίζουν
σκόπιμα ως ανυπαρξία εναλλακτικής κοινωνικής και πολιτικής διεξόδου, καθώς
και ο διαβρωτικός ρόλος των ρεφορμιστικών κομμάτων που αντιμετωπίζουν ωστόσο
βαθιά κρίση με την ολοκληρωτική αποτυχία τους στη θεωρία και στην πράξη.
4. Τέλος η
επαναστατική και κομμουνιστική αριστερά βρίσκεται κι αυτή μπροστά σ’ ένα
κρίσιμο σταυροδρόμι. Η δικαίωση της κριτικής και των καταγγελιών της για την
εγκατάλειψη του επαναστατικού δρόμου και την επικράτηση του ρεφορμισμού,
αλλά και το γεγονός ότι στα χρόνια της μεταπολίτευσης βρέθηκε στην πρώτη
γραμμή των σημαντικότερων εργατικών, λαϊκών και νεολαιίστικων
κινητοποιήσεων, δεν συνοδεύεται από αντίστοιχα βήματα για την επαναστατική
ενοποίηση των δυνάμεών της και ανασυγκρότηση του αριστερού και
κομμουνιστικού κινήματος. Ο προσανατολισμός σε διάφορα κατά καιρούς «διεθνή
κέντρα» και η γενικόλογη αναφορά σε «αρχές» χωρίς την τολμηρή εφαρμογή τους
στην πράξη, δεν ήταν δυνατό να καλύψει την έλλειψη επιστημονικά
επεξεργασμένης επαναστατικής στρατηγικής σύμφωνα με τις σύγχρονες διεθνείς
και εσωτερικές συνθήκες. Τα δεξιά και «αριστερά» λάθη που χαρακτήρισαν όλη
αυτή την περίοδο έχουν μείνει βασικά αναφομοίωτα και είναι κυρίως αυτά που
δεν επέτρεψαν την πιο ουσιαστική γείωση μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα.
Η αποφυγή της θαρραλέας αυτοκριτικής προσέγγισης των ζητημάτων, ο
υποκειμενισμός – σεχταρισμός – μικροαστισμός που έχει παίξει το ρόλο του για
τη διαιώνιση του κατακερματισμού και της πολυδιάσπασης, δεν είναι ένδειξη
επαναστατικής καθαρότητας αλλά απόδειξη της σύγχυσης που επέφερε ο
ρεβιζιονισμός και μέσα στις γραμμές των επαναστατών, οδηγώντας στην
αποστράτευση χιλιάδες αγωνιστές.
Σήμερα ωστόσο μπροστά στα έντονα φαινόμενα κρίσης και αδιεξόδων, αλλά και
του κινδύνου για σοβαρά πισωγυρίσματα, σε βάρος της εργατικής τάξης και των
λαών στον κόσμο και στη χώρα μας, το ζήτημα της ανασυγκρότησης και ενιαίας
πολιτικής επαναστατικής έκφρασης του κόσμου της εργασίας έρχεται και πάλι
επιτακτικά στο προσκήνιο. Και έχουν συσσωρευτεί εξαιρετικά πλούσιες όσο και
σημαντικές εμπειρίες, αλλά και νέες επαναστατικές δυνάμεις που αναδείχτηκαν
σε σύγκρουση με το ρεφορμιστικό εκφυλισμό και που μπορούν και πρέπει να
αξιοποιηθούν σε επαναστατική κατεύθυνση. Να γιατί δεν αποτελεί διέξοδο
απέναντι σε παλιότερα φαινόμενα σεχταρισμού και περιχαράκωσης η
δορυφοροποίηση γύρω από τη μια ή την άλλη ρεφορμιστική δύναμη. Ούτε αποτελεί
«λενινιστική» αντίληψη η διαρκής αναπαραγωγή του «πνεύματος του κύκλου» και
οι καρικατούρες «κομμάτων νέου τύπου», μια λογική με την οποία συγκρούστηκε
ο Λένιν όταν έλεγε χαρακτηριστικά ότι «δεν είναι δουλειά των επαναστατών να
καλλιεργούν στάρι σε γλάστρες. Ενώ θα πρέπει να σπέρνουν τον κάμπο, να
καταπολεμούν τα ζιζάνια και να θερίζουν τη σοδειά» (Λένιν, «Τι να
κάνουμε;»).
Επαναστατική πολιτική είναι αντίθετα η τολμηρή συνένωση γύρω από κοινούς
κατακτημένους ΣΤΟΧΟΥΣ (και όχι δαιδαλώδεις, συχνά ανιαρές όσο και ασαφείς
«αναλύσεις») κατά των ΗΠΑ και του πολέμου, ενάντια στην Ε.Ε. και για έξοδο
απ’ αυτήν, για την ανατροπή του αντιδραστικού δικομματισμού και κάθε
αντιλαϊκής πολιτικής, για την υπεράσπιση και διεύρυνση των εργατικών και
λαϊκών κατακτήσεων και δικαιωμάτων. Είναι το άνοιγμα ενός θαρραλέου και
ειλικρινούς διαλόγου για την επεξεργασία μιας σύγχρονης επαναστατικής
στρατηγικής του εργατικού κινήματος, με την επιστημονική μελέτη των
αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου, του ελληνικού καπιταλισμού, των κατακτήσεων
και των αρνητικών εμπειριών του διεθνούς και ιδιαίτερα του ελληνικού
αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Μια τέτοια κατεύθυνση μπορεί σήμερα
να υπηρετήσει μόνο ο διάλογος και η κοινή δράση, το Μέτωπο – ο Πόλος των
δυνάμεων της ριζοσπαστικής επαναστατικής αριστεράς, σαν ενδιάμεσο βήμα για
την ανασυγκρότηση του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και ενός
σύγχρονου επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Και μόνο σ’ αυτή τη
βάση θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις των καιρών
αναπτύσσοντας την πιο πλατιά και αποτελεσματική ενιαιομετωπική πολιτική για
την προώθηση των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων.