Συνέντευξη του Χρίστου Μπίστη

με αφορμή την 34η επέτειο του Πολυτεχνείου

  περιοδικό «ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ»

 της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση

 

Ο Χρίστος Μπίστης είναι ιδρυτικό στέλεχος του ΕΚΚΕ. Παράνομος στην Ελλάδα, συμμετείχε σε όλους τους αγώνες της περιόδου πριν, στη διάρκεια και μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Συνελήφθη με πολλούς ακόμα συντρόφους του τον Μάρτη του 1974. Συνεχίζει με το ΕΚΚΕ τους αγώνες του για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος και μέσα απ’ τις γραμμές του ΜΕ.Ρ.Α. για ένα Μέτωπο της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής – αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς. 

1.        Σε ποια περίοδο διαμορφώνονται οι όροι της εξέγερσης του Νοέμβρη; Υπήρχαν ενδείξεις και εκτιμήσεις ότι βαίνουμε προς ένα μεγάλο λαϊκό ξέσπασμα;  

Ήταν μια περίοδος όπου πλησίαζε το τέλος του μέχρι τότε μεταπολεμικού κόσμου. Το βάλτωμα των ΗΠΑ στον Βιετνάμ, η κρίση του πετρελαίου, η κρίση του δολαρίου, τραυμάτιζαν την αμερικάνικη παντοδυναμία, ενίσχυαν την θέση της δυτικής Ευρώπης ως ιμπεριαλιστικού πόλου, οδηγούσαν την παγκόσμια οικονομία σε μια περίοδο ύφεσης και στη συνέχεια χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και η οικονομική στασιμότητα στην ΕΣΣΔ επιτάχυναν την πορεία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» προς την ολοκληρωτική καπιταλιστική παλινόρθωση. Από την άλλη πλευρά η ανάπτυξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, η κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, οι νεολαιίστικες εξεγέρσεις στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ο Μάης του 68 είχαν γεννήσει ιδέες και κινήματα αμφισβήτησης και επαναστατικής ανατροπής σε αντιπαράθεση με τις ιδέες και την πρακτική της «ειρηνικής μετεξέλιξης» απ’ τη μεριά της συμβιβασμένης και ρεφορμιστικής Αριστεράς. 

Αντίστοιχα στη χώρα μας η στρατιωτική χούντα που είχε επιβληθεί σε συνθήκες κρίσης του αμερικανόδουλου μετεμφυλιακού κρυπτοφασιστικού καθεστώτος αντιμετώπιζε κι’ αυτή οξύτατα προβλήματα. Η πρόσδεση της δραχμής στο δολάριο τίναζε στα ύψη τον πληθωρισμό, η οικονομία έπεφτε σε στασιμότητα, οι προσπάθειες των χουντικών να βάλουν στο χέρι τα πιο ισχυρά ασφαλιστικά ταμεία ξεσήκωναν τις αντιδράσεις των εργαζόμενων στις τράπεζες και στο δημόσιο, οι αγρότες δυσανασχετούσαν για τη διαρκή χειροτέρευση της θέσης τους και ξεσηκώνονταν σε διάφορες περιοχές ενάντια στις προσπάθειες απαλλοτρίωσης καλλιεργήσιμης γης υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου. Η συσπείρωση της αστικής αντιπολίτευσης γύρω απ’ τον Καραμανλή, η ανταρσία του αντιτορπιλικού «Βέλος», η κατάργηση της Μοναρχίας και το Χουντοδημοψήφισμα του Ιούλη 73 όξυναν τις ενδοαστικές αντιθέσεις. Αντιδρώντας στις προσπάθειες «ομαλοποίησης» του χουντικού καθεστώτος με αφετηρία τη διενέργεια στημένων και ελεγχόμενων εκλογών στα Πανεπιστήμια, το φοιτητικό κίνημα που είχε αρχίσει να δυναμώνει από τα τέλη του 1972 και είχε οδηγήσει στην κατάληψη της Νομικής αρχές του 1973 έδινε ένα όλο και πιο πολιτικό αντιφασιστικό χαρακτήρα στις λαϊκές αντιδράσεις.  

2.        Πώς διαμορφώνεται το φάσμα των αριστερών πολιτικών δυνάμεων και των δυνάμεων του κινήματος την περίοδο της δικτατορίας και ειδικά στη νεολαία λίγο πριν τα γεγονότα του πολυτεχνείου;

 Η εγκατάλειψη του επαναστατικού δρόμου που είχε επιβληθεί στο ΚΚΕ και την ΕΔΑ μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, η διάλυση των παράνομων οργανώσεων, η εγκατάλειψη των στόχου για μια «Λαοκρατούμενη Σοσιαλιστική Ελλάδα» ως «σεχταριστικού» και «τυχοδιωκτικού» και η αντικατάστασή του από τη λεγόμενη «Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή» και τον «κοινοβουλευτικό δρόμο», όλ’ αυτά είχαν αφοπλίσει ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά την ελληνική Αριστερά. Χαρακτηριστικό το πρωτοσέλιδο άρθρο της Αυγής την 21η του Απρίλη 1967 που εξηγούσε γιατί δεν μπορεί να γίνει δικτατορία στην Ελλάδα. Με την επιβολή του πραξικοπήματος, τις μαζικές συλλήψεις που επακολούθησαν και την βαθιά εσωτερική κρίση του κινήματος, για αρκετό καιρό μετά οι εκδηλώσεις αντίστασης, ήταν σποραδικές και μεμονωμένες. Ταυτόχρονα ωστόσο άρχιζαν και οι προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του κινήματος σε επαναστατική κατεύθυνση. Μια σειρά μικρότερες οργανώσεις και ομάδες που εμφανίζονταν εκείνα τα χρόνια αναζητούσαν ένα επαναστατικό δρόμο, εμπνέονταν από αντίστοιχα διεθνή κινήματα, αναζητούσαν μορφές ένοπλης πάλης απέναντι στο χουντικό καθεστώς και μια σοσιαλιστική και κομμουνιστική κατεύθυνση. Αναγνωρίζοντας την ανεπάρκεια των μεμονωμένων ενεργειών, ποιοτικά βήματα προς τα μπρος άρχισαν να πραγματοποιούνται με την προσπάθεια ανάπτυξης μαζικών κινημάτων σε επαναστατική ανατρεπτική κατεύθυνση. Ήδη στη διάρκεια του 1972, μέσα από πολύμορφα πολιτικοσυνδικαλιστικά σχήματα είχαν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός μαζικού φοιτητικού αντιφασιστικού και αντιϊμπεριαλιστικού κινήματος. Αυτό επιχείρησε και το ΕΚΚΕ ανάμεσα στ’ άλλα και με την ίδρυση της παράνομης φοιτητικής του παράταξης της ΑΑΣΠΕ. 

3. Πού επικεντρώθηκε η συζήτηση και η διαπάλη των πολιτικών γραμμών για το περιεχόμενο της πάλης και τα αιτήματα της κατάληψης του Πολυτεχνείου;

 Η διαπάλη αφορούσε τα γενικότερα πολιτικά ζητήματα της περιόδου και σ’ αυτά τα πλαίσια τη στάση που θάπρεπε να κρατήσει το φοιτητικό κίνημα.

 Τα αστικά κόμματα και η ρεφορμιστική Αριστερά υποστήριζαν τη συμμετοχή στο χουντοδημοψήφισμα του Ιούλη αλλά και στην «ομαλοποίηση» και τις βουλευτικές εκλογές που μεθόδευε η Χούντα για τη συνέχεια. Άλλες επαναστατικές οργανώσεις ανάμεσά τους και το ΕΚΚΕ και η ΑΑΣΠΕ υποστήριζαν τη γραμμή της «Μαζικής και Ενεργητικής Αποχής» από το δημοψήφισμα της Χούντας καθώς και απ’ όλες τις αντίστοιχες μεθοδεύσεις, φυσικά και τις στημένες εκλογές στα Πανεπιστήμια, που είχαν σα στόχο ένα «Συνταγματικό Κοινοβουλευτικό Φασισμό». Υποστήριζαν ότι μόνο με την ανατροπή και ματαίωση αυτών των σχεδίων θα ήταν δυνατό να καταχτηθούν δημοκρατικές ελευθερίες και να ανατραπεί το στρατιωτικοφασιστικό καθεστώς.

 Αντίστοιχα σ’ ότι αφορά τις φοιτητικές εκλογές ορισμένες δυνάμεις (Αντι- ΕΦΕΕ, Ρήγας) υποστήριζαν την διενέργειά τους με πρωτοβουλία εκλεγμένων επιτροπών από φοιτητές χωρίς άλλες προϋποθέσεις, ενώ άλλες δυνάμεις (ΑΑΣΠΕ) θεωρούσαν απαραίτητη επί πλέον την κατάργηση των φασιστικών Νομοθετικών Διαταγμάτων για τα ΑΕΙ.

 Στη διάρκεια της κατάληψης του Πολυτεχνείου η πάλη δόθηκε γύρω απ’ το αν θάπρεπε τα συνθήματα να περιορίζονται στα αιτήματα για «ελεύθερες εκλογές στα Πανεπιστήμια» και «20% αύξηση των δαπανών για την Παιδεία», η θάπρεπε να έχουν γενικότερο αντιφασιστικό – αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα όπως το «Έξω οι αμερικάνοι» και «Θάνατος στο Φασισμό» πράγμα που επιβλήθηκε τελικά δίνοντας στην εξέγερση παλλαϊκό ανατρεπτικό χαρακτήρα.

 Η ρεφορμιστική Αριστερά προσπαθούσε με κάθε τρόπο να εμποδίσει οποιαδήποτε σύνδεση του Πολυτεχνείου με την προοπτική της κοινωνικής επανάστασης. Συνθήματα όπως «Λαοκρατία» σβήνονταν επανειλημμένα η κατέβαιναν από τα κάγκελα με αποφάσεις της «Συντονιστικής Επιτροπής» όπου την πλειοψηφία είχαν οι ρεφορμιστικές δυνάμεις.

 4.        Μέσα από ποιους δρόμους περνούσε η οργάνωση του αγώνα και ποια ήταν η συζήτηση για τις μορφές πάλης ειδικά τις ημέρες που εκδηλώθηκε η εξέγερση;

 Όπως είναι γνωστό οι κύριοι εκπρόσωποι των ρεφορμιστικών παρατάξεων προσπάθησαν αρχικά να εμποδίσουν με κάθε τρόπο την κατάληψη του Πολυτεχνείου. Παρ’ όλο ότι δεν κατόρθωσαν να επιβάλλουν αυτή τη γραμμή ακόμα και σε πολλά από τα μέλη τους και η κατάληψη αποτέλεσε κορυφαία εκδήλωση της αντιφασιστικής – αντιιμπεριαλιστικής πάλη της νεολαίας και του λαού, ποτέ δεν μπόρεσαν να καταπιούν αυτή την αποτυχία τους. Όπως είναι γνωστό η Αντι – ΕΦΕΕ αποκαλούσε αργότερα την κατάληψη του Πολυτεχνείου μια «Προβοκάτσια».

 Υπήρξαν αντιπαραθέσεις σε πολλά ακόμα ζητήματα. Ανάμεσά τους και το ζήτημα της «Γενικής Απεργίας» που ωστόσο ο γενικότερος βαθμός πολιτικής και συνδικαλιστικής συγκρότησης του κινήματος της εποχής δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ωστόσο η συμπαράσταση και συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού στην εξέγερση ήταν μεγαλειώδης. Γι’ αυτό και η βίαιη κατάπνιξη της λαϊκής εξέγερσης του Πολυτεχνείου ήταν και η αρχή του τέλους για τη φασιστική Χούντα.

 5.        Ποια ζητήματα από αυτά που έθεσε η εξέγερση του ’73 είναι κατά τη γνώμη σας ανοιχτά για την αριστερά του 2007;

 Το Πολυτεχνείο – ξεκινώντας από μια αυθεντική επαναστατική πρωτοβουλία πρωτοπόρων δυνάμεων – αναγεννούσε τις επαναστατικές ιδέες και την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις των εργαζόμενων και της νεολαίας. Ταυτόχρονα όμως έθετε, αλλά και άφηνε αναπάντητο μέχρι σήμερα το μεγάλο στρατηγικό ζήτημα, που δεν αφορά μόνο το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα αλλά το ίδιο το μέλλον της συντριπτικής κοινωνικής πλειοψηφίας, της εργατικής τάξης και των πλατιών λαϊκών μαζών. Το ζήτημα δηλαδή του κενού ολοκληρωμένης στρατηγικής, ενός θεμελιωμένου στους πραγματικούς συσχετισμούς μεταβατικού προγράμματος, μιας ενιαίας, γειωμένης και οργανωτικά ισχυρής έκφρασης του κόσμου της εργασίας. Αυτό αξιοποιούσαν τότε οι δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου για να λεηλατήσουν και να καπηλευτούν τους αγώνες και τις θυσίες της λαϊκής εξέγερσης και να επιβάλλουν τη δική τους «μεταπολίτευση». Αυτό αξιοποιούν μέχρι σήμερα για να αναπαράγουν την εξουσία τους.