
Του Χρίστου Μπίστη
(Άρθρο για το Περιοδικό «Ανασύνταξη» το οποίο αποδίδει την τοποθέτηση του Χ.Μ. στη συζήτηση για τον Πόλο που διοργανώθηκε από τα έντυπα «Ανασύνταξη», «Εκτός Γραμμής», «Νέα Προοπτική» και «Πριν» το Νοέμβρη του 2004).
1. Παρά την αντιδραστική λαίλαπα των τελευταίων δεκαετιών κατά των εργαζομένων και των λαών της γης, το παγκόσμιο καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα κάθε άλλο παρά κατόρθωσε να ξεπεράσει τη μακρόχρονη δομική κρίση που το μαστίζει και να φέρει το «τέλος της ιστορίας». Μακρόσυρτες περίοδοι ύφεσης και στασιμότητας, σύντομες και επισφαλείς φάσεις ανάκαμψης, υπερδιογκωμένα ελλείμματα, αστρονομικά δημόσια χρέη και φούσκες στα χρηματιστήρια, επιχειρείται μάταια να αντιμετωπιστούν με τη συμπίεση των εισοδημάτων των εργαζομένων, τη μαζική ανεργία, την ισοπέδωση του κοινωνικού κράτους, την κατεδάφιση ασφαλιστικών συστημάτων, αλλά και τη διόγκωση των μηχανισμών καταστολής και την κρατική τρομοκρατία, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, την αφαίρεση του συνόλου των κατακτήσεων της εργατικής τάξης εδώ και πάνω από ένα αιώνα. Οι τεράστιες συσσωρευμένες παραγωγικές δυνάμεις του σύγχρονου κόσμου ασφυκτιούν μέσα στις όλο και πιο αντιδραστικές αστικές παραγωγικές σχέσεις, εγκυμονούν διαρκώς την κρίση υπερπαραγωγής προϊόντων και κεφαλαίου, μετατρέπονται σε δυνάμεις καταστροφής από τους κυρίαρχους του σημερινού κόσμου. Η εξαθλίωση των μαζών επεκτείνεται και στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Ο λεγόμενος «τρίτος κόσμος» λιμοκτονεί και ολόκληρες περιοχές του πλανήτη μετατρέπονται σε κόλαση από τη στυγνή καπιταλιστική λεηλασία, τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τους «προληπτικούς πολέμους» των ΗΠΑ, που προσπαθούν να διατηρήσουν έτσι την παγκόσμια κυριαρχία τους.
Κάθε τόσο οι λαοί εξεγείρονται. Η ιρακινή αντίσταση τείνει να οδηγήσει σε αδιέξοδο την εγκληματική αμερικάνικη υπερδύναμη, η παλαιστινιακή ιντιφάντα συνεχίζεται, ένοπλα κινήματα ξεσπούν ενάντια στη σύγχρονη ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Εκατομμύρια εργαζομένων μέσα στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις ξεσηκώνονται ενάντια στα εξοντωτικά προγράμματα λιτότητας, με επίμονες και μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις, με το λεγόμενο κίνημα κατά της «παγκοσμιοποίησης» και το αντιπολεμικό κίνημα. Κι όμως, παρά το σήμερα που γίνεται όλο και πιο ανυπόφορο, παρά την εντεινόμενη αγωνία για το αύριο της μεγάλης πλειοψηφίας των λαών στον κόσμο και τη χώρα μας, βλέπουμε, τη φθορά των πολιτικών συστημάτων, τη χρεοκοπία της «κεντροαριστεράς» και της σοσιαλδημοκρατίας, να στρώνουν το δρόμο για ακόμα πιο δεξιές και αντιδραστικές κυβερνήσεις, που εκμεταλλεύονται το άγχος των λαών για επιβίωση, προκειμένου να εμφανιστούν αυτές ως εγγυήτριες κάποιας σταθερότητας, σε συνθήκες γενικότερης ανασφάλειας και αποσταθεροποίησης.
Βασική αιτία για όλ’ αυτά: η κρίση αφερεγγυότητας και αναξιοπιστίας της Αριστεράς· η εγκατάλειψη του επαναστατικού δρόμου, της επαναστατικής ιδεολογίας και πρακτικής· η μακρόχρονη διάβρωση, ο κατακερματισμός και η πολυδιάσπαση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος από τον αντεπαναστατικό οπορτουνισμό και ρεφορμισμό· η συνεχιζόμενη κρίση στρατηγικής που αποκαλύφτηκε σε όλη της την έκταση με την κατάρρευση των εκφυλισμένων καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, μικρές ή μεγαλύτερες επιτυχίες και νίκες, αλλά και τη συσσώρευση επαναστατικών εμπειριών και δυνάμεων σε αντίστροφη κατεύθυνση, η κρίση αυτή εξακολουθεί να κλονίζει την αυτοπεποίθηση και την εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης και των λαών στις δυνάμεις τους. Το ξεπέρασμά της αποτελεί το μεγάλο ζητούμενο της εποχής· αποτελεί όρο απαράβατο για την αποτελεσματική αντίσταση και ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, για ν’ ανοίξει ο δρόμος για την κοινωνική απελευθέρωση και την ευημερία της εργατικής τάξης και των λαών.
2. Αλλά και στη χώρα μας, παρά τα εκρηκτικά αδιέξοδα του ελληνικού καπιταλισμού, παρά τη ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης για τους εργαζομένους, τη φτωχομεσαία αγροτιά και τη νεολαία και παρά τα φαινόμενα σήψης και διαφθοράς του πολιτικού συστήματος, η όλο και πιο αντιδραστική εναλλαγή ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. στη διακυβέρνηση της χώρας οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι αυτό που εμφανίζεται ως «Αριστερά» δεν είναι σε θέση να δώσει διέξοδο και προοπτική στις αγωνίες και στους αγώνες της εργατικής τάξης και του λαού.
Εδώ δεν θ’ αναφερθούμε κυρίως στο ΣΥΝ και το ΚΚΕ, που φέρουν και τη μέγιστη ευθύνη για τον εκφυλισμό και την κρίση του ελληνικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Με την απάρνηση κάθε επαναστατικής εργατικής παράδοσης, τον άκρατο παραγοντισμό και κυβερνητισμό, την «Ευρώπη των λαών», το «σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία» χωρίς επανάσταση από τη μια, την προσκόλληση σε ό,τι πιο αρνητικό ανέδειξε ο εκφυλισμένος «υπαρκτός σοσιαλισμός», την άρνηση κάθε αυτοκριτικής για την ολέθρια «τζανετακιάδα», τις ψευτοαριστερές κορώνες περί «λαϊκής εξουσίας» στο έδαφος του καπιταλισμού, παράλληλα με τον ψοφοδεή κομματικό σοβινισμό, το σεχταρισμό και διασπαστισμό που φρενάρουν το λαϊκό κίνημα από την άλλη.
Αυτό που κύρια θα μας απασχολήσει είναι το πώς και το γιατί ούτε οι διάσπαρτες δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς δεν κατορθώνουν μέχρι σήμερα να καλύψουν το τεράστιο κενό αριστερής έκφρασης του κόσμου της εργασίας. Και φυσικά, η κατάσταση αυτή δεν πρόκειται ν’ αλλάξει στο βαθμό που κάποιες από αυτές τις δυνάμεις θα συνεχίσουν να επαναπαύονται στη γενικόλογη καταγγελία του ρεφορμισμού και της εγκατάλειψης του επαναστατικού δρόμου. Ή ακόμα στο βαθμό που κάποιοι άλλοι θα αεροβατούν αναζητώντας μια «μοντέρνα» αριστερή φυσιογνωμία μέσα από τη διαγραφή της μέχρι τώρα επαναστατικής εμπειρίας του κινήματος.
Η αναντίρρητη επαναστατική προσφορά δυνάμεων σαν τις παραπάνω, όχι μόνο με τις καταγγελίες, τις οριοθετήσεις και επεξεργασίες τους, αλλά και με την ίδια την επαναστατική τους δράση από τον καιρό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και μέχρι σήμερα, δεν μπορούν να δικαιώσουν τη διαιώνιση του υποκειμενισμού-σεχταρισμού-μικροαστισμού και της πολυδιάσπασης που εξακολουθεί να τις χαρακτηρίζει. Ούτε η δήθεν «επαναστατική καθαρότητα» και η περιχαράκωση, αλλά ούτε και η δορυφοροποίηση γύρω από τη μια ή την άλλη ρεφορμιστική δύναμη δεν πρόκειται ν’ ανοίξουν το δρόμο προς την εργατική τάξη και το λαό.
3. Μέσα από τους αγώνες όλων αυτών των χρόνων έχουν συσσωρευτεί πλούσιες εμπειρίες αλλά και επαναστατικές συλλογικότητες, που ωστόσο θα πρέπει να μπορέσουν να «υπερβούν» δημιουργικά τον εαυτό τους και τις αδυναμίες τους, να προχωρήσουν σε μια θαρραλέα αυτοκριτική για τα «αριστερά» και δεξιά λάθη της μέχρι τώρα πορείας τους. Και η αλήθεια είναι ότι μέσα από συνειδητές προσπάθειες, εδώ και πάνω από μια δεκαετία, άρχισε να εγκαταλείπεται η πρακτική κάθε συλλογικότητα από αυτές να περιορίζεται στο πώς θα κονταροχτυπηθεί με όλες τις υπόλοιπες και να αναπτύσσεται ένας νέος πολιτισμός διαλόγου, πολιτικοϊδεολογικής αντιπαράθεσης αλλά και κοινής δράσης γύρω από κοινούς κατακτημένους στόχους, που είχε κάποιες μικρές αλλά κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητες επιτυχίες.
Έχει φτάσει λοιπόν η ώρα, κάτω από την πίεση της εξαιρετικά αρνητικής πραγματικότητα που έχει δημιουργήσει η καπιταλιστική επιθετικότητα αλλά και οι σημερινές ανάγκες του μαζικού κινήματος, ν’ ανοίξει επί τέλους εκείνος ο θαρραλέος και ειλικρινής διάλογος που είναι αναγκαίος για την αξιοποίηση των κατακτήσεων και των αρνητικών εμπειριών του διεθνούς και του ελληνικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος, για την επιστημονική μελέτη των αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου και του ελληνικού καπιταλισμού, για την επεξεργασία της στρατηγικής κατεύθυνσης και της τακτικής, των μορφών πολιτικής οργάνωσης και δράσης που είναι αναγκαίες για την ανόρθωση του κινήματος.
Αφετηρία αλλά και τελική κατάληξη για όλ’ αυτά δεν μπορεί να είναι παρά η συγκρότηση του Πόλου, του Μετώπου όλων των ριζοσπαστικών και επαναστατικών δυνάμεων του κινήματος, στην υπηρεσία των αγώνων της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών: κατά των ΗΠΑ και του πολέμου, ενάντια στην Ε.Ε. και για έξοδο από αυτήν, για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, του αντιδραστικού δικομματισμού και κάθε αντιλαϊκής πολιτικής, για την απαλλαγή των λαϊκών δυνάμεών από την παραλυτική επιρροή του ρεφορμισμού, για την αγωνιστική υπεράσπιση των κατακτήσεων και δικαιωμάτων τους. Ενός Πόλου-Μετώπου που εμείς τον βλέπουμε ως μεταβατική φάση για την ανάδειξη, μέσα από τους αναγκαίους διαχωρισμούς και συνθέσεις, της σύγχρονης επαναστατικής πολιτικής έκφρασης του κόσμου της εργασίας, του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος της εργατικής τάξης το οποίο απαιτούν οι καιροί, ώστε ν’ ανοίξει ο δρόμος για την κοινωνική και πολιτική της απελευθέρωση.
4. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν ούτε θα οδηγηθούμε πουθενά στη βάση του αγνωστικισμού. Η αντίθεση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο είναι υπαρκτή. Κάθε αυθεντική επανάσταση είναι αναγκασμένη να αναπτύσσει νέες ιδέες για ν’ ανταποκριθεί στην αλλαγμένη πραγματικότητα στις νέες ανάγκες. Δεν μπορεί ωστόσο να είναι η κύρια αντίθεση και ούτε να είναι κατ’ ανάγκη μια αντίθεση ανταγωνιστική. Γιατί κάθε επανάσταση εμπνέεται από τις προηγούμενες και είναι υποχρεωμένη να αξιοποιεί τη θετική και αρνητική τους πείρα για να πραγματοποιήσει το δικό της βήμα προς τα μπρος. Κύρια και ανταγωνιστική είναι η αντίθεση ανάμεσα στην επανάσταση και στην αντεπανάσταση που αφορά τόσο την κριτική μας προσέγγιση για το παρελθόν όσο και την πορεία μας προς το μέλλον. Η επανάσταση του 1905 ήταν η γενική δοκιμή για τον Οκτώβρη του ‘17. Οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα μπορούν και πρέπει να αξιοποιηθούν σαν γενική δοκιμή για τις επαναστάσεις του αιώνα που άνοιξε.
Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να εγκαταλείψουμε πάνω από 100 χρόνια εφαρμογής της επαναστατικής θεωρίας από το παγκόσμιο επαναστατικό και κομμουνιστικό κίνημα χωρίς να κλείσουμε το δρόμο και για το μέλλον, όπως θα ήθελαν οι κάθε λογής αντιδραστικοί τύπου Ρέιγκαν και Θάτσερ όταν δήλωναν ότι «ο κομμουνισμός ήταν ένα λάθος της ιστορίας». Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας όχι μόνο για την αναγκαιότητα αλλά και για τη δυνατότητα να πάρει η εργατική τάξη την εξουσία, η πρωτοφανής άνθιση νέων παραγωγικών δυνάμεων και ενός νέου πολιτισμού σε συνθήκες όπου ο υπόλοιπος ιμπεριαλιστικός κόσμος βυθίζονταν στην κρίση και στη βαρβαρότητα, η νικηφόρα αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του φασισμού και του πολέμου, η κατοχύρωση του συνόλου των κατακτήσεων της εργατικής τάξης ακόμα και στις συνθήκες του καπιταλισμού ως αποτέλεσμα των επαναστατικών της αγώνων οι οποίοι είχαν επικεφαλής το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, η κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτοδιάθεσης και αυτοπροσδιορισμού των λαών με την ανατροπή του παγκόσμιου αποικιοκρατικού συστήματος -όλ’ αυτά δηλαδή που σήμερα ποδοπατιούνται και καταργούνται από το διεθνή ιμπεριαλισμό- είναι κατακτήσεις και νίκες για τις οποίες είμαστε περήφανοι και που αν δεν μπορέσουμε να τις αξιολογήσουμε και αποκαταστήσουμε σωστά δεν θα μπορέσει να αποκατασταθεί και η εμπιστοσύνη της παγκόσμιας εργατικής τάξης στις δυνάμεις της και στην ιστορική της αποστολή. Ήταν αντίθετα οι αποτυχίες στην άσκηση της εξουσίας με την πρωταγωνιστική συμμετοχή των μαζών, η υποτίμηση των αστικών κατάλοιπων μετά την κατάκτηση της εξουσίας και η εγκατάλειψη της πάλης ανάμεσα στην επανάσταση και στην αντεπανάσταση στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου, η διάβρωση του κόμματος και του κράτους από τις ιδέες και τις πρακτικές της αστικής και ιμπεριαλιστικής αντίδρασης σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης, ορισμένοι από τους παράγοντες που έφεραν τη σήψη και τη στασιμότητα, τον εκφυλισμό, τις καταρρεύσεις και την παλινόρθωση. Μέσα από αυτή την κριτική αφομοίωση των θετικών και αρνητικών εμπειριών του κινήματος θα οικοδομήσουμε τη νέα αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης και την επιστημονικά θεμελιωμένη προοπτική της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας, σύμφωνα με τις ανάγκες, αλλά και με τις νέες τεράστιες δυνατότητες της σύγχρονης εποχής.
5. Ακρογωνιαίος λίθος για κάθε απόπειρα αναγέννησης και επαναθεμελίωσης ενός επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος της εργατικής τάξης στις μέρες μας δεν μπορεί παρά να είναι η απελευθέρωσή από τις γνωστές παραπλανητικές επαγγελίες για ένα «καπιταλισμό», μια «παγκοσμιοποίηση» με «ανθρώπινο πρόσωπο». «Αρχή πάσης σοφίας» και απαραίτητη προϋπόθεση για τις επιτυχίες και τη νικηφόρα πορεία του δεν μπορεί παρά να είναι η σφυρηλάτηση της πεποίθησης για την ασυμφιλίωτη αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, για το γεγονός ότι η σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα δεν διορθώνεται, δεν εξανθρωπίζεται, παρά μόνο ανατρέπεται.
Ωστόσο αυτό που προϋποθέτει η απελευθέρωση της εργατικής τάξης δεν είναι απλώς η συνείδηση του θύματος της εκμετάλλευσης όπως αυτή μπορεί να δημιουργηθεί αυθόρμητα στις συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής και εκμετάλλευσης μέσα από τη σύγκρουση του «πωλητή της εργατικής δύναμης» με τον καπιταλιστή εργοδότη. Αυτό που χρειάζεται πολύ περισσότερο είναι η συνείδηση της ηγεμονικής «τάξης για τον εαυτό της», που για να σπάσει τα δικά της δεσμά είναι υποχρεωμένη να απελευθερώσει ολόκληρη την κοινωνία και που είναι ικανή να συσπειρώνει γύρω της όλα τα στρώματα του πληθυσμού τα οποία υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση. Μια συνείδηση που διαμορφώνεται μόνο με την αντικειμενική εκτίμηση του συνόλου των αμοιβαίων σχέσεων όλων των τάξεων μιας δοσμένης κοινωνίας, των ιδιομορφιών και του αντικειμενικού σταδίου εξέλιξής της, καθώς και των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σ’ αυτή και σε άλλες κοινωνίες. Μόνο έτσι είναι δυνατό να κατακτηθεί η πολιτική συγκρότηση της τάξης, σε διαλεκτική σχέση αλλά και σε διάκριση από τη συνδικαλιστική, και η διαμόρφωση της πολιτικής της πρωτοπορίας, που είναι απαραίτητη για τη συνολική διεκδίκηση κατακτήσεων και δικαιωμάτων, την ανατροπή του αστικού καθεστώτος, τη δικτατορία του προλεταριάτου, την πραγματική δημοκρατία για τις πλατιές εργαζόμενες μάζες.
6. Όλες οι αστικές και μικροαστικές αναλύσεις για τον καπιταλισμό και ιδιαίτερα αυτές που αναφέρονται στο ανώτερο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, έχουν ως μόνιμο χαρακτηριστικό τη συγκάλυψη και τον εξωραϊσμό των ασυμφιλίωτων εσωτερικών αντιφάσεων που τον χαρακτηρίζουν· τη μόνιμη ροπή του προς τις κρίσεις υπερπαραγωγής, που ξεπερνιούνται σε κάθε φάση με πρωτοφανείς καταστροφές εμπορευμάτων και κεφαλαίων αλλά και με την εξαθλίωση της εργατικής τάξης, για να αντιμετωπιστεί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και να ξαναρχίσει ο κύκλος της παραγωγής από ανώτερο και πιο συγκεντροποιημένο επίπεδο· την ασυμφιλίωτη αντίθεση ανάμεσα στις διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που προκαλεί η ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού και ο ανταγωνισμός τους για την παγκόσμια κυριαρχία, πράγμα που εκφράζεται στις μέρες μας με την προσπάθεια των ΗΠΑ να αξιοποιήσουν τη στρατιωτική τους υπεροχή για την κατοχύρωση της παγκόσμιας κυριαρχίας τους, αλλά και με τους λυσσαλέους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα διάφορα ιμπεριαλιστικά μπλοκ με εμπορικούς και οικονομικούς πολέμους, όπως και με στρατιωτικο-πολιτικούς ανταγωνισμούς· την αντίθεση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό από τη μια, τα καταπιεζόμενα έθνη και τους λαούς από την άλλη, η οποία εκφράζεται μέσα από την αλυσίδα των γενοκτονιών και των τοπικών πολέμων, όχι μόνο της περιόδου πριν αλλά και μετά την κατάρρευση της πρώην ΕΣΣΔ και του μπλοκ του «υπαρκτού σοσιαλισμού»· την ασυμφιλίωτη αντίθεση, τέλος, ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία.
Η συγκάλυψη αυτή ανάμεσα στ’ άλλα έχει στόχο να υπερδιογκώσει τη δύναμη και την υπεροχή των δυνάμεων της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης απέναντι στις δυνάμεις της εργατικής τάξης και των λαών. Η επιστημονική μελέτη και αποκάλυψή τους αποτελεί, αντίθετα, έμμεση εφεδρεία για το επαναστατικό κίνημα στο βαθμό που αυτό κατορθώνει να αξιοποιήσει σωστά και να εκμεταλλευτεί τις συγκεκριμένες αντιθέσεις.
Γιατί στόχος και επιδίωξη του επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης δεν είναι απλώς η διαμαρτυρία και η καταγγελία της αδικίας και της βαρβαρότητας, αλλά η ανατροπή και η νίκη σε βάρος των καταπιεστών και εκμεταλλευτών της. Και γιατί «μπορείς να νικήσεις ένα πιο ισχυρό αντίπαλο μόνο εντείνοντας στο έπακρο τις δυνάμεις σου και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά με τη μεγαλύτερη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα κάθε, έστω και την ελάχιστη, «ρωγμή» ανάμεσα στους αντιπάλους, κάθε αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη των διάφορων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό κάθε χώρας…» Μόνο μια στρατηγική που εκμεταλλεύεται σωστά τις αντιθέσεις αυτές είναι σε θέση να φέρνει κάθε φορά σε ευνοϊκή θέση την εργατική τάξη και το επαναστατικό κίνημα.
7. Μια από τις μυθολογίες ή διαστρεβλώσεις της επαναστατικής θεωρίας είναι και η άποψη ότι η θεωρία για το «σοσιαλισμό σε μια χώρα» αποτέλεσε δήθεν επινόηση του έτσι κι αλλιώς δαιμονοποιημένου και συκοφαντημένου «σταλινισμού» στη διάρκεια του οποίου, παρά τα λάθη και τις αδυναμίες του, το παγκόσμιο κομμουνιστικό και επαναστατικό κίνημα γνώρισαν τη μεγαλύτερη μέχρι τώρα εξάπλωση και τις μεγαλύτερες νίκες και επιτυχίες.
Η θεωρία αυτή υπήρξε ωστόσο επεξεργασία του ίδιου του Λένιν σε σειρά άρθρων του, όπως «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», «Για το στρατιωτικό πρόγραμμα της επανάστασης», «Για το συνεταιρισμό», τα οποία επιβεβαιώθηκαν όχι μόνο από την Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά και από το σύνολο των επαναστάσεων του 20ού αιώνα. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω θέση: «Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από εδώ βγαίνει ότι είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε μερικές, ή ακόμα και σε μια χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας αφού απαλλοτριώσει τους καπιταλιστές και αφού οργανώσει τη σοσιαλιστική παραγωγή της χώρας του, θα ξεσηκώνονταν ενάντια στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών…» («Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης»).
8. Αφού το κύριο καθήκον του προλεταριάτου κάθε χώρας είναι «να ξεμπερδέψει πριν απ’ όλα με τη δική του αστική τάξη» («Κομμουνιστικό Μανιφέστο») και να πραγματοποιήσει την επανάσταση στη χώρα του, είναι απαραίτητη η πιο βαθιά, εμπεριστατωμένη και επιστημονική μελέτη του καπιταλισμού στην Ελλάδα. Πράγμα που πέρα από μια σειρά αρχικές διαφορετικές προσεγγίσεις έχει επί πολύ καιρό υποτιμήσει το επαναστατικό κίνημα της χώρας μας και οι διάφορες οργανώσεις του.
Είναι γι’ αυτό ανάγκη να συζητήσουμε σε βάθος την ιστορική διαμόρφωση του ελληνικού καπιταλισμού. Δεν αρκεί μόνο να μιλάμε για τον κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό στην Ελλάδα, αλλά να διαπιστώσουμε και τις ιδιομορφίες του· να δούμε τον ιδιαίτερο ρόλο του ξένου κεφαλαίου και ότι ο καπιταλισμός αυτός στηρίζεται σε μια αδύναμη οικονομική βάση, δεν έχει βαριά βιομηχανία ούτε παραγωγή μέσων παραγωγής. να μελετήσουμε το ρόλο του εφοπλιστικού κεφαλαίου και τις διεθνείς διασυνδέσεις του. τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης σε χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις και τον περιορισμένο βαθμό συγκέντρωσης που τη χαρακτηρίζει. την ευρύτητα των μικροαστικών και αγροτικών στρωμάτων, που όσο κι αν περιορίζονται, παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. να δώσουμε, τέλος, ιδιαίτερο βάρος στο διεθνή ρόλο της χώρας σε μια από τις πιο καυτές περιοχές του πλανήτη, στην ευθυγράμμιση της άρχουσας τάξης με τις επιδιώξεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, στα εθνικά ζητήματα, στα ελληνοτουρκικά, στο Κυπριακό, στο Αιγαίο - ζητήματα που μας έχουν οδηγήσει επανειλημμένα ακόμα και στο χείλος του πολέμου, παίζοντας καθοριστικό ρόλο για τη διαμόρφωση των πολιτικών δυνάμεων, για την ανάπτυξη και την ηγεμονία ή και για την καταβαράθρωση του αριστερού και κομμουνιστικού μας κινήματος. Μόνο έτσι θα σταθεί δυνατό να επεξεργαστούμε μια νικηφόρα στρατηγική για την αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική-σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα.
9. «Οι κομμουνιστές […] δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολό του […] Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα εργατικά κόμματα μονάχα κατά τούτο: ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων, τονίζουν και επιβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ’ όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα. Κι από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του».
Σ’ αυτό το πνεύμα, από καταβολής του εργατικού κινήματος, πρωταρχικό ζήτημα και κριτήριο για την επαναστατική αντίληψη και πρακτική των κομμουνιστών ήταν κάθε φορά η ευρύτερη δυνατή ενότητα της τάξης, κόντρα στην τακτική της πολυδιάσπασης και του κατακερματισμού των δυνάμεων της από τη μεριά της αστικής τάξης και των κάθε είδους εχθρών και ψεύτικων φίλων της. Η τακτική του «Ενιαίου Μετώπου», όπως ονομάστηκε, κατοχυρώθηκε με αντίστοιχες αποφάσεις σε διεθνές επίπεδο και αποτέλεσε ζήτημα αρχής που εμπλουτίστηκε με τη συγκεκριμένη πρακτική όλων των νικηφόρων προλεταριακών επαναστάσεων μέχρι σήμερα.
Όπως είπαμε και σε άλλο σημείο αυτού του κειμένου, ο Πόλος, το Μέτωπο των δυνάμεων της επαναστατικής Αριστεράς είναι μια συγκεκριμένη εφαρμογή της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου, που στη συγκεκριμένη φάση του κινήματος αποτελεί μεταβατική μορφή για τη συγκρότηση του πολιτικού επαναστατικού της φορέα από τη μια, αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση του Ενιαίου Μετώπου της εργατικής τάξης συνολικά από την άλλη.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση η οποία προετοιμάστηκε από αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο πρόσφατο παρελθόν και συνεχίζεται με το σημερινό διάλογο και την κοινή δράση που επιδιώκουμε, αξίζει να δώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας.