ΕΚΔΗΛΩΣΗ–ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΟ
ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ–ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Δευτέρα 26 Γενάρη 2004 – Αίθουσα ΜΑΧ (Πολυτεχνείο)


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗΣ

Μπροστά στην αντιλαϊκή δικομματική καταιγίδα με τα προεκλογικά επικοινωνιακά τεχνάσματα και την ηγεμονική παρουσία ντόπιων και ξένων μεγάλων συμφερόντων, την ώρα που σχεδιάζεται η ακόμα πιο αντιδραστική αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού και η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης αμέσως μετά τις εκλογές, η ιστορική αναγκαιότητα για μια αντεπίθεση του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος και της αριστεράς που θα υπερβαίνει τις ιδέες και τις πρακτικές της ήττας, της υποταγής και της πολυδιάσπασης γίνεται σήμερα άμεσο και επιτακτικό καθήκον. Γι’ αυτό το λόγο παίρνουμε την πρωτοβουλία να ανοίξουμε τη συζήτηση για τους όρους και τη διαδικασία συγκρότησης ενός ενιαίου και ανεξάρτητου, αριστερού και ανατρεπτικού, αντικαπιταλιστικού– αντιιμπεριαλιστικού πόλου. Ενός πόλου που δεν θα έχει ως ορίζοντά του τις επικείμενες εκλογές και θεωρεί σεβαστή κάθε στάση για συμμετοχή ή όχι σ’ αυτές απ’ τη μεριά των οργανωμένων δυνάμεων και αγωνιστών της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ενός πόλου αποφασισμένου, ωστόσο, να βρίσκεται σταθερά στο πλευρό κάθε εργαζόμενου και κάθε νεολαίου στην πάλη για τα δικαιώματα και τις ανάγκες τους, για την ανατροπή της καπιταλιστικής–ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας, για την κοινωνική τους απελευθέρωση. Στα πλαίσια αυτά καλούμε όλες τις συλλογικότητες και τους αγωνιστές της ριζοσπαστικής Αριστεράς για ένα πρώτο βήμα συνδιαμόρφωσης αυτής της διαδικασίας, μέσα από ανοιχτές δημοκρατικές συζητήσεις, με αφετηρία την ανοιχτή εκδήλωση συζήτηση που διοργανώνουμε στις 26 Ιανουαρίου στην αίθουσα ΜΑΧ (Πολυτεχνείο), 7μ.μ., στην Αθήνα.

ΑΚΟΣ
ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ
ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ
ΕΕΚ
ΕΚΚΕ
ΝΑΡ
Νεολαία ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
ΜΕ.Ρ.Α.
ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΙ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Ακολουθεί πρόταση κειμένου προς συνδιαμόρφωση



ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΛΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ -ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Όσοι υπογράφουμε το κείμενο αυτό, στρέφουμε με αισιοδοξία το βλέμμα στις αγωνιστικές αναζητήσεις της εργατικής τάξης και των λαών διεθνώς, όπως αυτές εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια μέσα στο κίνημα κατά της ιμπεριαλιστικής–καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης» και κατά του πολέμου, αλλά και στις κινητοποιήσεις των εργαζόμενων, των αγροτών και των νέων στη χώρα μας. Οι αγώνες αυτοί μπορούν να δικαιωθούν μόνο αν βαδίσουν στο δρόμο του ασυμβίβαστου και ακηδεμόνευτου αγώνα, μόνο αν αρνηθούν όλες τις ανοιχτές η καλυμμένες προσπάθειες εγκλωβισμού, ενσωμάτωσης και υποταγής τους στο όνομα μιας δήθεν «διόρθωσης» και «εξανθρωπισμού» του ιμπεριαλιστικού–καπιταλιστικού συστήματος. Πιστεύουμε ότι η πραγματικά νικηφόρα κατεύθυνση αυτών των κινημάτων απαιτεί μια συνολική αριστερή αντικαπιταλιστική προοπτική, αλλά και ότι το αίτημα για μια άλλη επαναστατική αριστερά δεν αποτελεί εγκεφαλικό κατασκεύασμα αλλά κοινωνική αναγκαιότητα προκειμένου ο κόσμος της εργασίας να αποκτήσει την ανεξάρτητη δική του πολιτική έκφραση.

Θέλοντας να συμβάλουμε με όσες δυνάμεις έχουμε σ’ αυτήν την κατεύθυνση καλούμε όλες τις οργανώσεις, όλους τους αγωνιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς να ενταχθούν σε μια διαδικασία συζήτησης, κοινού προβληματισμού και κοινής δράσης για τη συγκρότηση ενός αριστερού αντικαπιταλιστικού πόλου.

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΜΑΣ ΑΥΤΟ

1. Έχοντας υπόψη

• τη μακρόχρονη πρακτική πολύμορφης κοινής δράσης, πολιτικού διαλόγου, διαφωνιών αλλά και κοινών προβληματισμών και συγκλίσεων μέσα από σχήματα κοινωνικών χώρων, τοπικές κινήσεις, πολιτικές πρωτοβουλίες και μέτωπα

• τη μέχρι σήμερα αδυναμία, παρά τις όποιες θετικές πρωτοβουλίες, των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς να συγκροτήσουν μια δημοκρατική πολιτική μορφή, είτε λόγω σεχταριστικών αγκυλώσεων, είτε λόγω της δορυφοροποίησής τους γύρω από τις δυνάμεις του ρεφορμισμού. Αδυναμία που υπονομεύει και την κοινωνική δυναμική της ριζοσπαστικής αριστεράς

• την ανάγκη να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος, να δοθούν πειστικές απαντήσεις για τις εξελίξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό και να επαναθεμελιωθεί το όραμα και η ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής και της κομμουνιστικής προοπτικής

2. Εκτιμά ότι

• Η σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα, αυτό που προωθεί με τα κάθε λογής «νέο–φιλελεύθερα» δόγματα και παρά τις ψευδείς επαγγελίες περί «ευημερίας», «δημοκρατίας» και «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», είναι:

Η ασύδοτη εκμετάλλευση του παγκόσμιου πλούτου απ’ το μεγάλο κεφάλαιο με επικεφαλής λίγες εκατοντάδες πολυεθνικές. Η εξαθλίωση και η πείνα για την πλειοψηφία της ανθρωπότητας που ζει με λιγότερα από 2 $ την ημέρα. Η ακατάσχετη λεηλασία του κόσμου της εργασίας με τη συμπίεση των μισθών και τη μαζική ανεργία, την πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την κατεδάφιση κοινωνικών κατακτήσεων και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, την πλήρη εμπορευματοποίηση και υποβάθμιση της Παιδείας, της Υγείας του Πολιτισμού. Η τερατώδης διόγκωση των μηχανισμών καταστολής και η αδίστακτη καταπάτηση των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων Η λεηλασία και καταστροφή του περιβάλλοντος.

Παρά τις όποιες κατά καιρούς παραχωρήσεις, μπροστά στους επαναστατικούς και διεκδικητικούς αγώνες της εργατικής τάξης και των λαών, το σύστημα αυτό της καταπίεσης και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο δείχνει άλλη μια φορά στις μέρες μας σε συνθήκες έντονων φαινομένων ύφεσης και κρίσης, και με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, ότι δεν διορθώνεται, δεν εξωραΐζεται, δεν εξανθρωπίζεται παρά μόνο ανατρέπεται. Γιατί μόνο έτσι οι τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες που έχουν δημιουργήσει οι εργαζόμενοι του χεριού και του πνεύματος, από δυνάμεις καταστροφής στα χέρια του κεφαλαίου, θα σταθεί δυνατό να μετατραπούν σε πανίσχυρο όπλο για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και την κοινωνική απελευθέρωση της εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων λαών

• Ο ιμπεριαλισμός και ο πόλεμος δεν αποτελούν ανορθογραφία αλλά νομοτέλεια του καπιταλισμού σε περίοδο έντονων φαινομένων κρίσης. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση–διεθνοποίηση του κεφαλαίου προωθεί τη βίαιη επιβολή και σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης σε όλο τον πλανήτη και σε κάθε τομέα της ζωής, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τη διευθέτηση των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών μέσα από οργανισμούς όπως ΠΟΕ, Δ.Ν.Τ., Παγκόσμια Τράπεζα κ.λπ. Μια διαδικασία που όχι μόνο δεν «ενοποιεί» το σύγχρονο κόσμο, αλλά που υψώνει αντίθετα νέα τείχη απέναντι στους λαούς, τους εργαζόμενους, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Οξύνει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Χαρακτηρίζεται απ’ την προσπάθεια των ΗΠΑ να αξιοποιήσουν τη στρατιωτική τους υπεροχή, για να κάμψουν τις αντιστάσεις των λαών, να εκβιάσουν τους ανταγωνιστές και συμμάχους τους με το μακρόχρονο εγκληματικό «προληπτικό» πόλεμο και, ισοπεδώνοντας πολιτικές ελευθερίες και δημοκρατικά δικαιώματα, με τη διεθνή «εκστρατεία κατά της τρομοκρατίας» και το περιβόητο «ή με μας ή με τους τρομοκράτες», να επιβάλουν την παγκόσμια κυριαρχία τους

Ο παγκόσμιος αντιιμπεριαλιστικός–αντικαπιταλιστικός–αντιπολεμικός ξεσηκωμός των λαών απ’ το Σηάτλ, τη Γένοβα και τη Βαρκελώνη, μέχρι το Αρχεντινάσο, τη Βολιβία και το Νεπάλ, απ’ την ηρωική αντίσταση του ιρακινού λαού και την ακατάβλητη παλαιστινιακή Ιντιφάντα, αυτό που πραγματικά επιδιώκει δεν είναι η βελτίωση και ο εξωραϊσμός αλλά η διάλυση των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, το ξήλωμα των βάσεων και η διάλυση του ΝΑΤΟ, η απόκρουση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και των στρατών κατοχής, ο αυτοπροσδιορισμός και η κοινωνική απελευθέρωση των λαών.

• Η «Ευρώπη Φρούριο» του ιμπεριαλισμού, του κεφαλαίου και του πολέμου, παρά τους εσωτερικούς διχασμούς και τις ιδιαίτερες ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις της, συμπλέει με τις ΗΠΑ στην καθυπόταξη των αντιστάσεων και στη θωράκιση της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης των λαών. Διαψεύδοντας κάθε αυταπάτη γύρω απ’ τον πραγματικό αντεργατικό και αντιλαϊκό χαρακτήρα της, η «Ευρωπαϊκή Ένωση», για να υπερκεράσει τους ανταγωνιστές της, πρωτοστατεί κι αυτή στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή, στην προώθηση του εργασιακού μεσαίωνα, στην κατεδάφιση / ιδιωτικοποίηση του «κοινωνικού κράτους» και της κοινωνικής ασφάλισης, στο ξεκλήρισμα της φτωχομεσαίας αγροτιάς, στην αντιδραστική–αντιεκπαιδευτική πολιτική των προτάσεων Μπολόνιας–Πράγας. Προσπαθεί να θωρακίσει το αστικό πολιτικό σύστημα και τα αντιδραστικά–ιμπεριαλιστικά της συμφέροντα με το αυταρχικό «Ευρωσύνταγμα» της ανισοτιμίας και των πολλών ταχυτήτων, με την υλοποίηση του συστήματος Σένγκεν, με το ευρωφακέλωμα και τους ευρωτρομονόμους, με τον ευρωστρατό για την προώθηση των δικών της ιμπεριαλιστικών επεκτατικών φιλοδοξιών.

Να γιατί όπως δείχνουν οι όλο και πιο συχνές και μαχητικές κινητοποιήσεις των Ευρωπαίων εργαζόμενων, ο εντεινόμενος «ευρωσκεπτικισμός» καθώς και το πρόσφατο βροντερό όχι των Σουηδών εργαζόμενων στη ζώνη του ευρώ, η υπεράσπιση των κοινωνικών καταχτήσεων, των δημοκρατικών ελευθεριών και της ειρήνης δεν περνάει μέσα απ’ την ενίσχυση και τον «εκδημοκρατισμό» της Ευρώπης του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου. Βρίσκεται αντίθετα στην ανάπτυξη ενός αυτόνομου ταξικού, μαζικού και μαχητικού κινήματος σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο. Στην πάλη για αποδέσμευση–έξοδο απ’ την ΟΝΕ–Ε.Ε. και για τη διάλυσή της. Όχι από τη σκοπιά της υπεράσπισης των συμφερόντων της «εθνικής οικονομίας και ανάπτυξης», αλλά από την ταξική διεθνιστική σκοπιά της υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζόμενων και της πάλης για διαφορετική σοσιαλιστική και κομμουνιστική κοινωνική οργάνωση και για άλλη ισότιμη, ειρηνική και αλληλέγγυα συμβίωση των λαών.

• Η ελληνική αστική τάξη έχει σαν κύριο εργαλείο πολιτικής επιβολής πειθάρχησης και ενσωμάτωσης στην περίοδο της μεταπολίτευσης τον αστικό δικομματισμό. Το συντονισμό όλων των καθεστωτικών δυνάμεων και των εφεδρειών τους σε ένα αντιλαϊκό μέτωπο αστικής εξουσίας. Παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις για τη διαχείριση της εξουσίας, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ανταγωνίζονται για το ποιος θα κλιμακώσει καλύτερα την λαίλαπα των ιδιωτικοποιήσεων, την πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την κατάργηση των δικαιωμάτων στην ασφάλιση και την περίθαλψη, την εκτίναξη της ακρίβειας με το ευρώ, την εξοντωτική λιτότητα και τη μαζική ανεργία, την αναίρεση εργασιακών δικαιωμάτων - τους ταξικούς φραγμούς – την πειθάρχηση και απόρριψη στην εκπαίδευση, το όλο και πιο αποκρουστικό πρόσωπο του δικαστικού– κρατικού– αυταρχισμού. Και όλ’ αυτά στο όνομα του «εκσυγχρονισμού» και της νέας «μεγάλης ιδέας» των Ολυμπιακών Αγώνων της προκλητικής αντιλαϊκής σπατάλης, της καταστολής, των εργατικών ατυχημάτων-εγκλημάτων της περιβαλλοντικής, χωροταξικής και κοινωνικής υποβάθμισης στο μέγιστο τμήμα της χώρας. Για μια «ισχυρή Ελλάδα» προγεφύρωμα κάθε είδους ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην περιοχή, συνένοχο και συνεργό στη βρώμικη εισβολή και κατοχή στο Ιράκ, με την παραχώρηση κάθε είδους στρατιωτικών διευκολύνσεων, με τη ένταξη του Αιγαίου στα επιχειρησιακά σχέδια του ΝΑΤΟ, με τη μετατροπή της Κύπρου σε διχοτομημένο κράτος–προτεκτοράτο και την ενίσχυση της ιμπεριαλιστικής και αστικής κυριαρχίας ενάντια σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

3. Η πολιτική παρέμβαση της ριζοσπαστικής–επαναστατικής αριστεράς θα πρέπει ακόμα να στηρίζεται και στις παρακάτω διαπιστώσεις:

• Τα «αντι–νεοφιλελεύθερα» ή «αντιμονοπωλιακά μέτωπα» που προτείνονται δεν κάνουν άλλο από το να αποπροσανατολίζουν τους εργαζόμενους. Γιατί προϋποθέτουν τη δυνατότητα άλλων πολιτικών επιλογών και διεξόδων υπέρ των εργαζόμενων, στο έδαφος του καπιταλισμού, για τη βελτίωση και τον εξανθρωπισμό του, με την ηγεμονία μιας άλλης πολιτικής γραμμής, άρα και άλλων τμημάτων της αστικής τάξης. Μόνο που στην πραγματικότητα σήμερα τόσο οι «νεο–φιλελεύθερες» απόψεις όσο και ο «σοσιαλ–φιλελευθερισμός» της σοσιαλδημοκρατίας στην ουσία τους συμφωνούν στον πυρήνα της ασκούμενης πολιτικής, στις ιδιωτικοποιήσεις, στις αναδιαρθρώσεις της παραγωγής, στις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, στην ένταση του αυταρχισμού.

• Και οι δύο συνιστώσες της καθεστωτικής και ρεφορμιστικής αριστεράς έχουν αρνηθεί σύμφωνα και με την πρόσφατη εμπειρία των κινημάτων, να συμβάλουν στην ανάπτυξη της ανεξαρτησίας, της ενότητας και της ανατρεπτικής τους προοπτικής. Αντί γι’ αυτό οι δυνάμεις του ΚΚΕ τορπίλισαν κάθε ενωτικό συντονισμό, απείχαν ακόμη και από απεργίες και κρίσιμες κινητοποιήσεις, ενώ με τη λογική «το κόμμα πάνω απ’ όλα» θεωρούν εχθρικό ό,τι κινείται ανεξάρτητα από αυτό και εγκλωβίζουν τους αγώνες και τις αναζητήσεις στις αυταπάτες μιας «λαϊκής οικονομίας και εξουσίας» εντός του καπιταλισμού. Από την άλλη μεριά οι δυνάμεις του ΣΥΝ που προβάλλει ως «αριστερή απάντηση» τον «προοδευτικό εκσυγχρονισμό» και την πολιτική και στρατιωτική ενίσχυση της Ε.Ε., επέβαλαν ως προϋπόθεση ενός μόνιμου συντονισμού την ένταξη όλων των αντιπαγκοσμιοποιητικών κινήσεων στο Φόρουμ. Οι στρατηγικές αντιλήψεις και η πρακτική των δυνάμεων αυτών υπονομεύουν την ταξική αγωνιστική ενότητα και την αυτονομία του κινήματος και έχουν επανειλημμένα οδηγήσει στο αδιέξοδο, στην ήττα και στην υποταγή.

• Η όποια καλυτέρευση της θέσης των εργαζόμενων δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από την ανάπτυξη ασυμβίβαστων διεκδικητικών αγώνων που θα αρνούνται την υποταγή στις «αδήριτες αναγκαιότητες» του καπιταλισμού με όποια μορφή κι αν αυτές εμφανίζονται. Από τον αυτόνομο και μαχητικό προσανατολισμό του μαζικού κινήματος σύμφωνα με τα δικά του ταξικά συμφέροντα και επιδιώξεις. Από τη συγκρότηση ενός αυτοτελούς αντικαπιταλιστικού-αντιιμπεριαλιστικού Πόλου που θα υπερασπίζεται και θα διεκδικεί ανυποχώρητα κατακτήσεις και δικαιώματα, θα είναι σε θέση να κερδίζει τη φέτα το ψωμί, γιατί θα διεκδικεί ολόκληρο το καρβέλι. Σε μια κατεύθυνση που θα βρίσκεται στον αντίποδα των προτεραιοτήτων του κεφαλαίου από τη σκοπιά της κατάργησης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και που, όπως έδειξε η εμπειρία της ΠΑΘ 2003, μπορεί να συσπειρώνει και να εμπνέει σήμερα χιλιάδες αγωνιστές. Με το δικό του μανιφέστο να γράφει «Τα εργατικά δικαιώματα και τα λαϊκά συμφέροντα μπροστά!»

• Ενός πόλου που θα παλεύει για την ανατροπή της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής των εκάστοτε διαχειριστών της αστικής στρατηγικής και των αντίστοιχων αντιλαϊκών κυβερνήσεων και θα αρνείται τις λογικές συνδιαχείρισης και ενσωμάτωσης

• Ενός πόλου που δεν θα είναι η αριστερή πτέρυγα-μαϊντανός ενός αντινεοφιλελεύθερου μετώπου, αλλά χάρη στην αυτοτελή πολιτική του παρουσία και στο έδαφος της αντικαπιταλιστικής-αντιιμπεριαλιστικής στρατηγικής του θα αναπτύσσει θαρραλέες πρωτοβουλίες κοινής δράσης και θα καλεί όλες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις για την ανάπτυξη και το συντονισμό κινημάτων και αντιστάσεων σε όλα τα κρίσιμα μέτωπα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η πρόσφατη εμπειρία έδειξε ότι όσοι ευαγγελίζονται αντινεοφιλελεύθερα και αντιμονοπωλιακά μέτωπα απευθύνονται μόνο στον εαυτό τους και στους άμεσους εκλογικούς τους συμμάχους.

4. Πιστεύουμε ότι αναγκαίες κινήσεις για την επιτυχία του εγχειρήματος αποτελούν:

• Η ολόπλευρη στήριξη και ενίσχυση των ριζοσπαστικών κοινωνικοπολιτικών συσπειρώσεων με σεβασμό στην αυτονομία και στην πολυμορφία τους
• Η ενίσχυση της προσπάθειας για πανελλαδική δικτύωση και ανεξάρτητο ταξικό συντονισμό των συνδικαλιστικών συσπειρώσεων και σχημάτων των εργαζόμενων, η προσπάθεια ώστε σ’ αυτό το εγχείρημα να συμμετάσχει το σύνολο του δυναμικού της ριζοσπαστικής αριστεράς που παρεμβαίνει σε χώρους δουλειάς.
• Η ολόπλευρη στήριξη κοινωνικοπολιτικών πρωτοβουλιών, όπως η «Πρωτοβουλία Αγώνα», για την κοινή παρέμβαση και δράση στα μέτωπα που ανοίγει η συγκυρία της ταξικής πάλης (όπως η ανάπτυξη των κινημάτων κατά του πολέμου, κατά της Ολυμπιάδας του 2004, για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών). Η κατοχύρωση της αμεσοδημοκρατικής λειτουργίας και της αυτοτέλειας των πολιτικών της διαδικασιών,
• Το ξεκίνημα μιας ανοιχτής και ειλικρινούς διαδικασίας πολιτικού διαλόγου, με σοβαρότητα και σε βάθος χρόνου, για τα μεγάλα στρατηγικής σημασίας ζητήματα της σημερινής περιόδου ανάπτυξης του καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού, το ρόλο και τη στρατηγική αντιμετώπισης της Ε.Ε. και της ΟΝΕ, τη διάρθρωση των τάξεων και τις ταξικές στρατηγικές στο σύγχρονο κόσμο, τη σχέση εθνικού και διεθνικού, το σύγχρονο ελληνικό καπιταλισμό, τη σύγχρονη στρατηγική της επανάστασης με βάση τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες του διεθνούς και ιδιαίτερα του ελληνικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.
• Οι κεντρικές και ενιαίες πολιτικές παρεμβάσεις σε όλα τα κρίσιμα κεντρικά πολιτικά ζητήματα της συγκυρίας που θα επιτρέπει το ευρύ φάσμα κοινών προσανατολισμών και εκτιμήσεων που έχει κατακτηθεί

Δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι

• Οι όποιες συγκυριακές επιλογές της μιας ή της άλλης συλλογικότητας δεν διακυβεύουν την πιο στρατηγική συμφωνία για το διάλογο και την κοινή δράση. Το κάλεσμά μας αυτό δεν έχει ορίζοντα την εκλογική αναμέτρηση και θεωρούμε σεβαστή κάθε στάση για συμμετοχή η όχι στις εκλογές που θα επιλέξουν οι οργανωμένες δυνάμεις και οι αγωνιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς. Πιστεύουμε ωστόσο ότι θα ήταν επιζήμιες περαιτέρω καθυστερήσεις στο ξεκίνημα των διαδικασιών που περιγράφουμε εδώ και που έχουμε από κοινού συμφωνήσει. Διαδικασιών που δεν περιορίζονται ούτε αφορούν μόνο όσους παίρνουν σήμερα την πρωτοβουλία για να τις ξεκινήσουν.

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΟΣΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΜΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ

• Απευθύνουμε ανοιχτό κάλεσμα σε όλες τις συλλογικότητες και στους αγωνιστές της ριζοσπαστικής–επαναστατικής αριστεράς να συμβάλλουν στη διαδικασία συγκρότησης ενός αντικαπιταλιστικού πόλου με την εμπειρία και τον προβληματισμό τους
• Αποφασίζουμε να προχωρήσουμε από κοινού στην οργάνωση ανοιχτών συζητήσεων σε όλη την Ελλάδα με θέμα τις οριοθετήσεις, το πρόγραμμα πάλης, την επεξεργασία της στρατηγικής και τις προοπτικές ενός αριστερού αντικαπιταλιστικού Πόλου, καθώς και την έκδοση των σχετικών τοποθετήσεων και απόψεων.

 

 

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΟΜΙΛΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

 

Η εισηγητική τοποθέτηση του Χ. Μπίστη

 

Ανοίγοντας τη συζήτηση εκ μέρους των διοργανωτών, ο Χρίστος Μπίστης τόνισε ότι αυτό που επιδιώκεται δεν είναι μια κλασική εκδήλωση, με λιγότερο ή περισσότερο ενδιαφέρουσες εισηγήσεις, αλλά ένα είδος συνέλευσης δυνάμεων του χώρου της ριζοσπαστικής–επαναστατικής Αριστεράς. Οι διοργανωτές και όσοι ανένταχτοι συμφωνούν με το κείμενο-πλαίσιο που έχει κατατεθεί, καλούνται να εκφράσουν τη δέσμευσή τους για την υλοποίηση των στόχων του, ο καθένας με τη δική του απόχρωση. Μεμονωμένοι αγωνιστές και πολιτικές συλλογικότητες που δεν συμμετείχαν ως τώρα, καλούνται να διευρύνουν την προσπάθεια με νέες προτάσεις, κριτικές και τροποποιήσεις για τις θέσεις του κειμένου. Καλούνται να διευρύνουν την προσωρινή Συντονιστική Επιτροπή της όλης προσπάθειας που θα πρέπει να εκλεγεί από προσεχή συνέλευση. Αγωνιστές και συλλογικότητες καλούνται να συνυπογράψουν το τελικό κείμενο που θα δημοσιευτεί, μαζί με όλες τις τοποθετήσεις που θα κατατεθούν γραπτά, σε ειδική έκδοση.

 

Αναλύοντας στη συνέχεια το αντικαπιταλιστικό–αντιιμπεριαλιστικό–αντιΕ.Ε. και αντικυβερνητικό πλαίσιο της προσπάθειας, όπως αυτό έχει διατυπωθεί στο κοινό κάλεσμα-διακήρυξη των διοργανωτών, υπογράμμισε την κοινή οριοθέτηση όλων απέναντι στις αντιλήψεις των «νεοφιλελεύθερων» και «αντιμονοπωλιακών» μετώπων της καθεστωτικής ρεφορμιστικής Αριστεράς και υπογράμμισε την ανάγκη του Πόλου της ανεξάρτητης–αντικαπιταλιστικής και αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς, που θα είναι σε θέση να κερδίζει τη φέτα το ψωμί γιατί θα διεκδικεί ολόκληρο το καρβέλι, που θα επαναθεμελιώσει το όραμα και την ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής και της κομμουνιστικής προοπτικής.

 

Επόμενα βήματα της προσπάθειας για τον πόλο θα είναι: 1. Αντίστοιχη εκδήλωση στην Πάτρα στις 30 του Γενάρη και στη Θεσσαλονίκη την πρώτη βδομάδα του Φλεβάρη. 2. Μια πρώτη ημερίδα ανοιχτού διαλόγου αμέσως μετά τις εκλογές και μπροστά στην παγκόσμια αντιπολεμική διαδήλωση της 20 του Μάρτη με θέμα «Η σημερινή εποχή του ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού και του πολέμου» και 3. Τέλος, νέες ανοιχτές διαδικασίες με θέμα «Η μετεκλογική πολιτική συγκυρία και τα καθήκοντα της επαναστατικής Αριστεράς» την πρώτη βδομάδα του Απρίλη. 

 

Κλείνοντας την ιδιαίτερα πετυχημένη εκδήλωση ο Χρίστος Μπίστης επιβεβαίωσε την δέσμευση των δυνάμεων του Πόλου για κάθε επιμέρους  κοινή δράση που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κινήματος, αλλά και την πρωταρχική επιδίωξη της κεντρικής πολιτικής τους συγκρότησης. Είπε ακόμα ότι σκοπός του Τρίτου Πόλου της Αριστεράς δεν είναι ένας ακόμα διαχωρισμός, αλλά η αγωνιστική ενότητα της εργατικής τάξης και η συνολική αναμόρφωση του αριστερού κινήματος σε επαναστατική κατεύθυνση. Και έκλεισε λέγοντας «Συντρόφισσες και σύντροφοι, το τρένο έχει ξεκινήσει, στο χέρι μας είναι να μην αφήσουμε κανένα να το σταματήσει».

 

 

 

Η ομιλία εκ μέρους του ΝΑΡ

 

Βρισκόμαστε σε μια ιδιαίτερη ιστορική στιγμή όπου από τη μια αναπτύσσεται και βαθαίνει η πολεμική, αντεργατική και αντιδημοκρατική «καταιγίδα» του κεφαλαίου σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, ενώ από την άλλη οι δυνάμεις της αντίστασης και της ανατρεπτικής αναζήτησης σηκώνουν κεφάλι.

 

Οι άνεμοι του πρωτοφανούς παγκόσμιου αντιπολεμικού κινήματος, των εργατικών και νεολαιίστικων αγώνων, των κινημάτων κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης έχουν εισβάλει δυναμικά στη διεθνή σκηνή, ραγίζοντας την κυριαρχία της «μοναδικής σκέψης» και του «εφικτού». Σκορπούν τη γύρη μιας νέας πολύμορφης πολιτικοποίησης που αμφισβητεί τον «καλύτερο των δυνατών κόσμων» και αναζητά έναν άλλο δρόμο για τη ζωή και την κοινωνία.

Μέσα στον καπνό των δακρυγόνων, στους δρόμους των πρόσφατων μαχών της κοινωνικής και πολιτικής πάλης, συγκροτήθηκε ένας μαζικός ανεξάρτητος «πόλος» χιλιάδων αγωνιστών των κινημάτων και της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Εμφανίσθηκε στην πράξη ένα τρίτο ρεύμα στην Αριστερά, που δεν υποτάσσεται στις κυρίαρχες επιλογές της αστικής πολιτικής. Απέκτησε φωνή ένα ολόκληρο αγωνιστικό δυναμικό που εκφράζει την αγωνία, αλλά και τη διάθεση για να υπάρξει, να συγκροτηθεί και να εμφανισθεί μια μετωπική διακριτή και υπολογίσιμη δύναμη της αντικαπιταλιστικής πάλης και της επαναστατικής προοπτικής.

 

Η πρόταση διαλόγου και κοινής δράσης για τη συγκρότηση του πόλου της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς δεν είναι λοιπόν «κεραυνός εν αιθρία» ούτε πρωτοβουλία εντυπώσεων, αλλά γέννημα όλης αυτής της διεργασίας και κυρίως προσπάθεια, παίρνοντας υπόψη τη συσσωρευμένη εμπειρία, συμβολής με ουσιαστικό τρόπο στις προϋποθέσεις και τα πρακτικά βήματα οικοδόμησης αυτού του πόλου.

 

Πολύ περισσότερο που στα χείλη και Στις καρδιές χιλιάδων ανθρώπων που αναμετριούνται καθημερινά με τη σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα σχηματίζεται το ερώτημα «ΠΏς να νικήσω αυτόν τον άγριο καιρό…». Όλοι αναζητούν εναγώνια ένα «αντίπαλο δέος» σ’ αυτό το νέο «αιώνα των άκρων», όπου το χαλί τραβιέται κάτω από τα πόδια των «ενδιάμεσων λύσεων» και κάθε μερική απάντηση «τρώει τα μούτρα της» πάνω στην έλλειψη μιας συνολικής διεκδίκησης για κοινωνική αλλαγή.

 

Είναι κοινή διαπίστωση σε πολλούς αγωνιστές η ύπαρξη μιας μεγάλης ψαλίδας ανάμεσα στη δυναμική και με θετικά αποτελέσματα δράση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στα κινήματα και στους διάφορους χώρους και στο έλλειμμα μιας συνολικής πολιτικής παρουσίας και παρέμβασης που να μπορεί να συσπειρώσει και να εμπνεύσει σε συνολικό πολιτικό επίπεδο.

 

Οι συνθήκες αυτές θέτουν ακόμη πιο επιτακτικά το ζήτημα της αναγκαιότητας συγκρότησης και δράσης ενός ανεξάρτητου πόλου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ικανού όχι μόνο να εκφράζει την κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά να διαμορφώνει ένα πραγματικό πολιτικό ρεύμα συνολικής σύγκρουσης και ρήξης με το αστικό πολιτικό σύστημα, τη συντηρητική πολιτική και τον καπιταλισμό της εποχής μας.

 

Μπροστά μάλιστα και στις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις ενίσχυσης του «δικομματικού μονοκομματισμού» της αστικής πολιτικής, που σηματοδοτούν μια συνολική αντιδραστική μεταλλαγή του πολιτικού συστήματος και προδιαγράφουν ένα ακόμη πιο αυταρχικό τρόπο αντιμετώπισης των αυξανόμενων εργατικών λαϊκών νεολαιίστικων αντιστάσεων και χτυπήματος των όποιων τάσεων χειραφέτησής τους από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική.

 

Πεποίθησή μας είναι, λοιπόν, ότι η συγκρότηση ενός ανεξάρτητου πόλου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς ανταποκρίνεται στις ίδιες τις συνθήκες και τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης. Και μάλιστα για μας δεν αποτελεί απλά συγκυριακή τακτική επιλογή αλλά μακροπρόθεσμη στρατηγική στόχευση για την αναγέννηση και επαναθεμελίωση της επαναστατικής Αριστεράς του 21ου αιώνα. Ταυτόχρονα, πιστεύουμε ότι η προώθηση αυτής της διαδικασίας θα επιδρά και άμεσα στη βελτίωση των συσχετισμών υπέρ του εργατικού κινήματος και στην πολιτικοποίηση των στόχων του σε αντικαπιταλιστική λογική.

 

Η προσπάθεια αυτή αφορά πριν απ’ όλα την εμφάνιση, ανάδειξη και παρέμβαση με πλειοψηφική απεύθυνση και σε συνολικό πολιτικό επίπεδο ενός περιεχομένου αγώνα και πολιτικής προοπτικής που θα κινείται σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση. Στο κέντρο αυτού του περιεχομένου δεν μπορεί παρά να βρίσκονται οι ανάγκες, τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των θυμάτων εκμετάλλευσης, των εργαζόμενων και της νεολαίας. Η σημαία του πόλου είναι πριν απ’ όλα η σημαία που γράφει «τα εργατικά δικαιώματα μπροστά»! Ο πόλος συνδέεται λοιπόν πριν απ’ όλα με την προσπάθεια για ανάπτυξη ενός εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος απόκρουσης, ρήξης και ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης, σε κάθε ζήτημα και συνολικά, με μαζικούς εργατικούς αγώνες στα χέρια των ίδιων των εργαζομένων, από τη σκοπιά της κατάργησης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της προοπτικής της εργατικής δημοκρατίας και της κοινωνικής ιδιοκτησίας.

 

Ταυτόχρονα, η προσπάθεια για τον πόλο είναι μια προσπάθεια για να συγκροτείται και να παρεμβαίνει μια μάχιμη γραμμή σύγκρουσης με την αστική πολιτική στο σύνολό της, με τις αναδιαρθρώσεις του κεφαλαίου, με το σύγχρονο κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό, με την Ε.Ε. και την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις. Και μάλιστα από τη σκοπιά μιας άλλης επαναστατικής και απελευθερωτικής προοπτικής, εξουσίας και δημοκρατίας που θα εκφράζεται στο σήμερα με αντικαπιταλιστικά αιτήματα, κριτική και αγώνες που θα τείνουν να σπάνε την αστική κυριαρχία.

Ένα τέτοιο περιεχόμενο δεν μπορεί να είναι ούτε απλή και γραφειοκρατική συμφωνία οργανώσεων, ούτε απλό άθροισμα όσων προβάλλουμε στους χώρους και τα κινήματα. Είναι ένα περιεχόμενο που βεβαίως συνθέτει τα κοινά κεκτημένα της δράσης μας στα κινήματα και τα μέτωπα, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί να τα αναπτύξει και συνολικοποιήσει.

 

Και φυσικά ένα τέτοιο περιεχόμενο παίρνει θέση απέναντι στη ρεφορμιστική Αριστερά είτε της «πιο ανθρώπινης διαχείρισης» του καπιταλισμού, είτε της «λαϊκής οικονομίας και εξουσίας» χωρίς ανατροπή και εντός του συστήματος. Όχι για να υψώσει τείχη στο διάλογο και στην κοινή δράση στα μαζικά κινήματα, αλλά για να αναδείξει και να επιχειρήσει να απαντήσει στο στρατηγικό έλλειμμα αυτής της Αριστεράς, στα όρια και στα αδιέξοδά της, στην άρνησή της να συμβάλει στην ανεξαρτησία, ενότητα και ανατρεπτική προοπτική των κινημάτων και στην αδυναμία της να διαμορφώσει μια σύγχρονη επαναστατική απάντηση στον καπιταλισμό της εποχής μας.

 

Η διαδικασία για τη συγκρότηση του πόλου είναι μια πολύπλευρη και πολυεπίπεδη κοινωνικοπολιτική διαδικασία και όχι μια «ζαριά» ή μια «εντυπωσιακή κίνηση». Βάθρο της είναι η ανάπτυξη των κοινωνικών αντιστάσεων και των αγώνων, και εκεί είναι που πριν απ’ όλα δοκιμάζεται η συνοχή και η αποτελεσματικότητά της. Καρδιά της είναι οι κοινωνικοπολιτικές συσπειρώσεις στους χώρους δουλειάς και νεολαίας, οι κινήσεις πόλεις, οι ανεξάρτητοι αγωνιστές που δρουν σε όλα αυτά τα επίπεδα. Στηρίζει και στηρίζεται στα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα, όπως της Πρωτοβουλίας Αγώνα, της δημοκρατικής πάλης, της αντιολυμπιακής δράσης κ.λπ. και στον ανεξάρτητο ταξικό συντονισμό των εργατικών και νεολαιίστικων σχημάτων. Σε αλληλεπίδραση με όλα αυτά και χωρίς να υποκαθιστά καμιά υπαρκτή συλλογικότητα, μέτωπο ή συντονισμό, επιχειρεί να συμβάλει στην αντικαπιταλιστική ενοποίηση και συνολικοποίηση αυτής της δράσης και των αγωνιστών.

Με αυτή τη λογική επιδιώκει να συνδέσει τον κοινωνικό και πολιτικό αγώνα, με στόχο να αναδεικνύεται σε πραγματικό υποκείμενο του επαναστατικού αγώνα το μέτωπο των αντικαπιταλιστικών τάσεων των εργαζομένων που αναπτύσσονται στο έδαφος της σύγχρονης ταξικής πάλης. Να διαμορφώνεται ένα κοινωνικοπολιτικό ρεύμα αντίστασης ρήξης και ανατροπής. Και να αντιμετωπίζεται ο συνολικός πολιτικός αγώνας όχι σαν πολιτική των «πάνω» και των κάθε είδους «εκπροσώπων», αλλά ως πολιτική των «κάτω» που πρωταγωνιστούν στον εφ’ όλης της ύλης επαναστατικό αγώνα.

 

Στην εποχή της ολοκληρωτικής υπαγωγής όλων των σχέσεων και συνθηκών ζωής των εργαζομένων στην εξουσία του κεφαλαίου, οι πραγματικές λύσεις από τη σκοπιά των εργαζομένων και της νεολαίας έχουν καθολικό αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα και μπορούν να προωθούνται μόνο στα πλαίσια ριζικών κοινωνικών ανατροπών που θα ανοίγουν νέους ορίζοντες οργάνωσης της κοινωνίας. Ετσι, η συνολική αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και η απελευθερωτική προοπτική είναι αναγκαία σήμερα όχι ως ιδεολογισμοί και «απόλυτες αλήθειες», αλλά για να ενοποιούνται οι βαθιά κατακερματισμένες δυνάμεις των καταπιεσμένων, που χωρίς την πολιτική της εργατικής χειραφέτησης μετατρέπονται σε «φτωχοδιάβολους» μιας συντεχνιακής μάχης για την επιβίωση χωρίς προοπτική. Είναι αναγκαία για να αποκτά ο κοινωνικός αγώνας την πολιτική δύναμη επιβολής από σήμερα λύσεων και ανατροπών προς όφελος των εργαζομένων, για να αλλάζει ο συσχετισμός  των δυνάμεων και να αμφισβητείται η καθολική ηγεμονία της αστικής πολιτικής. Αλλά ταυτόχρονα αυτή η κατεύθυνση είναι μια κατεύθυνση ζωντανή και αναπτυσσόμενη, που προσεγγίζεται και κατακτιέται σε κάθε χώρο, σε κάθε ζήτημα και σε συνολικό πολιτικό επίπεδο, μέσα από την ίδια την εμπειρία των αγωνιστών και όχι σαν μια έξωθεν επιβαλλόμενη «σημαία».

 

Πιστεύουμε πως ήρθε η ώρα για ένα τολμηρό βήμα μπροστά που θα συμβάλει έμπρακτα στην κατεύθυνση του πόλου της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, όλων όσων δρούμε μαζί μέσα στις εργατικές συσπειρώσεις, στην ΕΑΑΚ, σε αριστερές κινήσεις πόλεις, στην αντικαπιταλιστική οικολογία, στην Πρωτοβουλία Αγώνα και σε άλλες κοινωνικοπολιτικές πρωτοβουλίες. Ηρθε η ώρα για μια ευρύτερη αριστερή αντικαπιταλιστική ενοποίηση όχι μόνο για το “σήμερα”, αλλά και για το “αύριο” των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Με φιλοδοξία να διαμορφώσουμε ένα μαζικό ρεύμα πλειοψηφικής εργατικής απεύθυνσης-αναφοράς και να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις και αναζητήσεις του ευρύτερου ριζοσπαστικού δυναμικού που κινητοποιείται.

Θέλουμε να συναντηθούμε με όλες τις πρωτοπόρες τάσεις και δυνατότητες των κινητοποιήσεων της τελευταίας περιόδου που αναζητούν βαθύτερες-συνολικότερες απαντήσεις, μάχονται με ριζοσπαστικά και αντικαπιταλιστικά κριτήρια και δεν “βολεύονται” με τις πολιτικές προτάσεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς.

Όπως λέει και ένα πρόσφατο όμορφο τραγούδι «Τις πανοπλίες των εχθρών σου μην κοιτάς / Μόνο το φόβο τους στα μάτια που γυαλίζουν…». Ας μετατρέψουμε αυτό το ίχνος φόβου σε πραγματικό αντίπαλο δέος απέναντι στη βαρβαρότητα που μας επιφυλάσσουν.

 

 

 

Η ομιλία του Δ. Σαραφιανού εκ μέρους της ΑΡΑΣ

 

ENA BΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΟ

 

Η συγκέντρωση της Δευτέρας 26/1 ήταν ένα ελπιδοφόρο βήμα ανοίγματος της συζήτηση για την πολιτική παρουσία της ριζοσπαστικής αριστεράς,

 

Τα ερωτήματα που τίθενται σήμερα είναι: α) γιατί χρειάζεται η πολιτική παρουσία της ριζοσπαστικής αριστεράς και β) γιατί αυτή η παρουσία πρέπει να γίνει μέσα από έναν αντικαπιταλιστικό πόλο.

 

1. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις έχουν προχωρήσει σημαντικά. Αναδιαρθρώσεις που αφορούν στις αλλαγές των εργασιακών διαδικασιών, της δομής της απασχόλησης και των εργασιακών σχέσεων, του χώρου και της δομής των παραγωγικών μονάδων και εντείνουν το βαθμό εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Ταυτόχρονα, αίρονται οι λαϊκές κατακτήσεις και ακυρώνονται οι συμβιβασμοί («σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο») που είχαν επιτευχθεί υπό την πίεση των λαϊκών αγώνων. Η καθημερινότητα της εργασίας χαρακτηρίζεται σήμερα σε όλο τον κόσμο από την αύξηση των ωρών εργασίας, τη μερική απασχόληση και τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, την ένταση του ελέγχου και της πειθάρχησης με τη χρήση νέων τεχνολογιών, τον κατακερματισμό των μαζικών κοινωνικών χώρων, την κατάρρευση των θεσμών κοινωνικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγείας, την ακύρωση κάθε έννοιας δημοκρατίας και ελεύθερου συνδικαλισμού στους χώρους δουλειάς. Αντίστοιχα, οι ιδιωτικοποιήσεις, το ξεπούλημα μεγάλων τμημάτων δημόσιας περιουσίας, η ακύρωση των δημοκρατικών κατακτήσεων, των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, οι πολιτικές ξεκληρίσματος των φτωχών και μεσαίων αγροτικών στρωμάτων, το κλείσιμο των συνόρων και η ακόμα πιο έντονη εκμετάλλευση των μεταναστών είναι στην προμετωπίδα των σύγχρονων πολιτικών. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές (που οδήγησαν στην κατάρρευση ολόκληρων χωρών) αποτελούν μονόδρομο για τις κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου. Στην πρωτοπορία αυτών των πολιτικών βρίσκονται οι «σοσιαλιστικές» κυβερνήσεις που κατορθώνουν μέσα από ένα δίκτυο οσμώσεων με τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες να ενσωματώνουν καλύτερα τις κοινωνικές αντιδράσεις.

 

 Η διαδικασία όμως αυτή, παρότι δυσκολεύει την συνδικαλιστική και πολιτική δράση, δεν είναι χωρίς αντιφάσεις και αντιστάσεις.Μέσα σε αυτό το τοπίο γεννιέται διαρκώς η ελπίδα από την ανάπτυξη δυναμικών διεθνών και τοπικών κινημάτων που αμφισβητούν την ιμπεριαλιστική κυριαρχία και στέκονται φραγμός στην αναίρεση των λαϊκών κατακτήσεων. Ηδη σήμερα σε διεθνές επίπεδο η ανάπτυξη του πολύμορφου κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης ανατρέπει όψεις της απόλυτης ιδεολογικής κυριαρχίας του καπιταλισμού, όπως αυτή αναδείχθηκε μετά την πτώση του Τείχους. Και στην Ελλάδα όμως οι αγώνες των εργαζομένων ενάντια στην αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση, των αγροτών, των εκπαιδευτικών, της φοιτητικής και μαθητικής νεολαίας επιβράδυναν την ανάπτυξη της αντιλαϊκής αναδιαρθρωτικής πολιτικής και όξυναν τις αντιφάσεις της.

 

Δεν  υπάρχει αμφιβολία ότι οι αντιστάσεις και οι αγώνες που έχουν αναπτυχθεί σε διεθνές και τοπικό επίπεδο έχουν μπολιαστεί από τις ιδέες και τις πρακτικές της ριζοσπαστικής αριστεράς. Παραταύτα η κοινωνική παρουσία της ριζοσπαστικής αριστεράς παραμένει αναντίστοιχη προς την πολιτική της αποτελεσματικότητα. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που επιδρά και στην αποτελεσματικότητα της κοινωνικής της δυναμικής, οδηγώντας ένα τμήμα των κοινωνικών αγωνιστών σε πρακτικές ενσωμάτωσης, αποστράτευσης ή δορυφοροποίησης γύρω από άλλες στρατηγικές επιλογές. Αντίστοιχα οι λογικές της οργανωτικής ανάπτυξης γύρω από τις επιμέρους οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν έχουν συμβάλει στην ανάγκη της πολιτικής της καταγραφής, αντίθετα οδηγούν και σε εκλογικά αποτελέσματα που υπονομεύουν την παρουσία της και στους κοινωνικούς χώρους. 

Είναι σίγουρα αναγκαίο σήμερα να προσανατολίσουμε τη συζήτηση στον τρόπο με τον οποίο τα εργαζόμενα και λαϊκά στρώματα θα δημιουργήσουν αναχώματα στην αστική επίθεση και θα πετύχουν νέες κατακτήσεις. Στην κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός ταξικού πόλου των ριζοσπαστικών συσπειρώσεων στους χώρους της εργασίας. Μάλιστα η κοινωνική γείωση αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχή στήριξη ενός πολιτικού πόλου της ριζοσπαστικής αριστεράς. Από την άλλη όμως μεριά, η ανυπαρξία μέχρι σήμερα ενός πολιτικού συντονισμού των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς έχει πάει πίσω και τη δουλειά της στους κοινωνικούς αγώνες,

 

2.  Σε ποια κατεύθυνση όμως πρέπει να κινηθεί μια διαδικασία συντονισμού και κοινής δράσης των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς;

 

Δεν υπάρχει σήμερα περιθώριο για αντινεοφιλελεύθερη κοινωνική διέξοδο, για επαναφορά του κοινωνικού συμβολαίου με τη μορφή της σοσιαλδημοκρατίας, που αναπτύχθηκε σε άλλες ιστορικές περιόδους υπό το βάρος και την πίεση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Μια τέτοια διέξοδος θα προϋπέθετε την συμφωνία μερίδων της αστικής τάξης σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο, οι αστικές τάξεις της Ε.Ε. προσβλέπουν στο μοντέλο των ΗΠΑ,  συγκρίνοντας τα οικονομικά πλεονεκτήματα που έχει φέρει στον αμερικάνικο καπιταλισμό με αυτό που κατανοείται ως «ευρωπαϊκές αγκυλώσεις». Με άλλα λόγια με τις κοινωνικές κατακτήσεις των λαϊκών στρωμάτων.

 

Ακόμα περισσότερο, δεν υπάρχει δυνατότητα σύμπηξης μιας κοινωνικής συμμαχίας με (υποβαθμιζόμενα) τμήματα της αστικής τάξης («μικροεπιχειρηματίες στο χώρο π.χ. της μεταποίησης») που να προσβλέπουν στην αυτοδύναμη –έξω από ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις– οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας μέσα σε συνθήκες λαϊκής (συνεταιριστικής) οικονομίας.

 

Τα κάθε λογής αντινεοφιλελεύθερα ή αντιμονοπωλιακά μέτωπα έχουν κοντά ποδάρια και συμβάλλουν στον αποπροσανατολισμό των λαϊκών στρωμάτων. Είναι αναγκαίο σήμερα να προβληθεί στα λαϊκά στρώματα η απλή αλήθεια ότι η εγγύηση των κατακτήσεών τους, πολύ δε περισσότερο η καλυτέρευση της θέσης τους δεν μπορεί να επέλθει παρά μόνο μέσα από την ανάπτυξη ασυμβίβαστων διεκδικητικών αγώνων που θα αρνούνται την υποταγή τους στην «αδήριτη αναγκαιότητα» του καπιταλισμού. Στις σημερινές συνθήκες, οποιαδήποτε μεταρρύθμιση υπέρ των εργαζομένων δεν μπορεί να επέλθει και να διατηρηθεί παρά μόνο μέσα από μια δυναμική αντιπαράθεσης με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Κανείς εργαζόμενος δεν μπορεί να εναποθέσει τις ελπίδες του σε «αντινεοφιλελεύθερες» ή «αντιμονοπωλιακές» κυβερνητικές μεταλλαγές, πολύ δε περισσότερο σε ενδοεκσυγχρονιστικές μετατοπίσεις. Η συμμετοχή στις κυβερνητικές εναλλαγές στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Γερμανία δεν επέφερε μεσοπρόθεσμα παρά τη μετάλλαξη των φορέων αυτών των αντιλήψεων από δυνάμεις αντίστασης σε δυνάμεις πλήρους ενσωμάτωσης. Ακόμα περισσότερο, η συγκρότηση αντινεοφιλελεύθερων πολιτικών μετώπων (ακόμα και εκεί όπου δεν υπάρχει κυβερνητική συμμετοχή) έχει αποδείξει ότι αποτελεί το εύκολο μονοπάτι για την ενσωμάτωση των λαϊκών αντιστάσεων πρώτα σε μια σοσιαλδημοκρατική ρητορεία και κατόπιν σε μια εκσυγχρονιστική-νεοφιλελεύθερη πρακτική.

 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει η ανάπτυξη κοινωνικών αντιστάσεων στην νεοφιλελεύθερη πολιτική, εάν πρώτα οι μάζες δεν αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε ένα αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει σήμερα η αναγκαιότητα ενός πολιτικά αυτοτελούς αντικαπιταλιστικού πόλου, που θα παρεμβαίνει μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των αντινεοφιλελεύθερων αντιστάσεων και θα τις οργανώνει γύρω από τον πρωταρχικό στόχο της ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης. Η ριζοσπαστική αριστερά δεν μπορεί συνεπώς να αποτελεί την αριστερά ενός πολιτικά συγκροτημένου αντινεοφιλελεύθερου μετώπου.

Αντίστοιχα όμως η ριζοσπαστική αριστερά δεν μπορεί να περιχαρακώνεται γύρω από τον εαυτό της στην κοινωνική της δράση και πρακτική. Η συγκρότηση ενός αντικαπιταλιστικού πόλου με αυτόνομη πολιτική κατεύθυνση θα πολλαπλασιάσει τις δυνατότητες παρέμβασης της ριζοσπαστικής αριστεράς μέσα στις κοινωνικές αντιστάσεις που αναπτύσσονται. Ακόμα περισσότερο, ένας τέτοιος πόλος πρέπει να  καλεί όλες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις για το συντονισμό της ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων ενάντια στα κρίσιμα μέτωπα της αναδιάρθρωσης.και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Ενας αντικαπιταλιστικός πόλος θα έχει συνεπώς κατ’ ανάγκην ως βασικό στοιχείο της στρατηγικής του την ενιαιομετωπική κοινωνική δράση.

 

3. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που πραγματοποιούνται συζητήσεις για την πολιτική παρουσία της ριζοσπαστικής αριστεράς. Σε μια τέτοια κατεύθυνση –και μάλιστα σε πολύ ευνοϊκότερες συγκυρίες– κινήθηκαν οι προτάσεις της ΑΡΑΣ για κοινή κάθοδο όλων των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς στις ευρωεκλογές του 1999 και η Πρωτοβουλία για το  Συντονισμό και την Κοινή Δράση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Πιστεύουμε ότι η άρνηση συμμετοχής σ’ αυτές τις προσπάθειες από πολλές δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς ενίσχυσε την τάση της δορυφοροποίησης. Παραταύτα, η αναγκαιότητα για τον πόλο είναι και σήμερα παρούσα, αν και η συγκυρία είναι πιο δυσμενής (οπότε και εκλογικά κατεβάσματα που καταγράφουν ιδιαίτερα μειοψηφικές απηχήσεις δεν συμβάλλουν στην κατεύθυνση του πόλου). Αρκεί η προσπάθεια αυτή να συνδυασθεί αφενός μεν με την ενίσχυση της δράσης των ανεξάρτητων κοινωνικοπολιτικών συσπειρώσεων (που επειδή συγκροτούνται στο έδαφος ενός κοινωνικού χώρου, στη βάση μιας κοινωνικής αντίθεσης και συσπειρώνουν ένα ευρύτερο δυναμικό που ριζοσπαστικοποιείται στο έδαφος αυτής της αντίθεσης πρέπει να σεβόμαστε την αυτονομία τους και να μην τις αντιμετωπίζουμε σαν παρατάξεις ενός αντικαπιταλιστικού πόλου) και αφετέρου με την ενίσχυση των ιδεολογικοπολιτικών συζητήσεων όλων των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς γύρω από τα στρατηγικά ζητήματα της εποχής μας, όπως οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, οι νέες μορφές του ιμπεριαλισμού, ο χαρακτήρας της εργατικής τάξης σήμερα, η θέση του ελληνικού καπιταλισμού, η εμπειρία του κομμουνιστικού κινήματος και των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Τέλος, είναι σαφές ότι ο αντικαπιταλιστικός πόλος δεν αφορά μόνο τις οργανώσεις που πήραν την πρωτοβουλία να ανοίξει η συζήτηση. Αφορά ένα ευρύτατο δυναμικό αγωνιστών και συλλογικοτήτων, που ανεξάρτητα από τις ορθές ή εσφαλμένες επιλογές τους στη συγκυρία, εντάσσονται και δρούν σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Πρέπει συνεπώς να εξακολουθούμε να καλούμε και να εγκαλούμε το σύνολο των δυνάμεων και των αγωνιστών σε αυτή τη διαδικασία, να ανοίγουμε και να μην κλείνουμε τη συζήτηση.

 

 

 

Η Ομιλία του Παναγιώτη Σωτήρη εκ μέρους της Αριστερής Ανασύνθεσης



Όσους είμαστε εδώ μας ενώνει μια κοινή αγωνία: να πάμε πέρα από όλο αυτό το πολιτικό θέαμα που προσπαθεί να συγκαλύψει την πραγματική κοινωνική δυναμική. Με όλη αυτή την επικοινωνιακή ομοβροντία γύρω από το Γ. Παπανδρέου, την αποσιώπηση της προγραμματικής ομοθυμίας των κομμάτων του δικομματισμού και όλη την αισθητική της «ηλεκτρονικής δημοκρατίας», γίνεται ακόμη ένα βήμα στην πλήρη αποστείρωση του επίσημου πολιτικού σκηνικού από κάθε –έστω και έμμεση– αναφορά στα λαϊκά συμφέροντα.


Θα ήταν λάθος να δούμε μια πλήρη και ολοκληρωτική ηγεμονία του αντιπάλου. Προσπαθούν, όμως, να εξασφαλίσουν ότι η υπαρκτή δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική δεν θα μετατραπεί ούτε σε εντονότερο διεκδικητισμό, ούτε σε πολιτική και ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση.


Γιατί οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις του προηγούμενου διαστήματος, από τη μάχη του ασφαλιστικού έως τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις και τις κινητοποιήσεις ενάντια στην Ελληνική Προεδρία στην Ε.Ε., έδειξαν ότι οι μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις, οι κοινωνικές εκρήξεις, το ξαναπλησίασμα της αριστεράς από μεγάλα κομμάτια εργαζόμενων και νέων είναι πραγματικά ενδεχόμενα.


Όμως ανάμεσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και οργή και στην αριστερή αντικαπιταλιστική πολιτικοποίηση καμιά αυτόματη σύνδεση δεν υπάρχει. Ακριβώς γι’ αυτό μπορεί η πραγματικότητα να είναι τόσο εκνευριστικά αντιφατική και η πρόσφατη ανάταση κοινωνικών και πολιτικών αγώνων να ακολουθείται από την εκτίναξη του δικομματικού χειρισμού των λαϊκών στρωμάτων που παρατηρούμε αυτές τις μέρες.


Γι’ αυτό απαιτείται ένας πολιτικός χώρος ο οποίος θα εξασφαλίζει την πολιτική και ιδεολογική ανεξαρτησία από το επίσημο πολιτικό σκηνικό, θα μπολιάζει την κοινωνική δυναμική με στοιχεία αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης, θα σχεδιάζει νικηφόρους αγώνες. Χρειάζεται, δηλαδή, μια άλλη αριστερά.


Αυτή δεν μπορεί να προέλθει ούτε από την προσπάθεια του Συνασπισμού να αναβαπτιστεί στα νερά των κινημάτων και να παρουσιάσει, δυστυχώς με τη συναίνεση τάσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, ένα πιο αριστερό προφίλ, γιατί δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι πλάι στην αναβάθμιση της αριστερής ρητορείας υπάρχει και η αναζήτηση ενός αριστερόστροφου κυβερνητισμού. Ποιος μπορεί να παραβλέψει ότι στη γειτονική Ιταλία η Κομμουνιστική Επανίδρυση «αγκαλιάζει τα κινήματα», την ίδια στιγμή διαπραγματεύεται τη δυνατότητα συνάντησης της δυναμικής αυτών των κινημάτων και μιας νέας κυβερνητικής πλειοψηφίας; Σήμερα ο απλός κινηματισμός χωρίς πολιτική οριοθέτηση μπορεί να αποτελέσει βασιλική οδό για την ενσωμάτωση στα εργαστήρια μιας νέας σοσιαλδημοκρατίας.
Ούτε, όμως, μπορεί να έρθει και από τον απομονωτισμό, τον πολιτικοϊδεολογικό συντηρητισμό του ΚΚΕ, γιατί δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τη διάσπαση στο συνδικαλιστικό κίνημα, τη λογική της ήττας των αγώνων, την περιφρόνηση των κινημάτων. Γιατί η ρητορεία της ταξικής αδιαλλαξίας ή της οριοθέτησης από όλο το επίσημο πολιτικό σκηνικό ή η γενική επίκληση της αντικαπιταλιστικής αναφοράς μπορούν πολύ εύκολα να μετατραπούν σε άλλοθι σεχταρισμού, τα αδιέξοδα του οποίου μπορούν, με τη σειρά τους, να γίνουν αιτία δεξιών διορθώσεων.
Η ευθύνη πέφτει σ’ εκείνες τις τάσεις και εκείνους τους αγωνιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς που το προηγούμενο διάστημα επέμειναν στη στήριξη των σχημάτων στους κοινωνικούς χώρους, έδωσαν το παρών σε μεγάλες κοινωνικές μάχες, πρόβαλαν μια αριστερή ριζοσπαστική άποψη σε όλες τις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις, στήριξαν το μεγάλο, πετυχημένο και ελπιδοφόρο πείραμα της Πρωτοβουλίας Αγώνα, επέμειναν να θυμούνται ότι το πρώτο γνώρισμα μιας αριστεράς που σέβεται τον εαυτό της είναι η ανεξαρτησία από το επίσημο πολιτικό σκηνικό, εξακολουθούν να θεωρούν την αναφορά στην κοινωνική ανατροπή και στον κομμουνισμό όχι σαν στοιχεία μιας εσωτερικής κομματικής κουλτούρας και τελετουργίας, αλλά ως οριακά –αλλά παρόλα αυτά πραγματικά– ενδεχόμενα των αντιθέσεων του σύγχρονου καπιταλισμού.


Και πρέπει να πούμε ότι είμαστε αισιόδοξοι ότι κάτι αλλάζει επιτέλους στη ριζοσπαστική αριστερά. Αποτελεί μεγάλη τομή η απόφαση να ξεκινήσει η κουβέντα για τον πόλο της ριζοσπαστικής αριστεράς με τρόπο δημόσιο, ειλικρινή και αποδεσμευμένο από το θέμα των εκλογών. Αποτελεί τομή να συγκεντρωνόμαστε εδώ όχι για να αναγγείλουμε ένα ήδη συγκροτημένο εγχείρημα, αλλά για να ξεκινήσουμε μια συζήτηση.


Όμως, πέρα από ευχολόγια και εύκολες διακηρύξεις αυτή η διαδικασία και αυτή η ενότητα έχουν νόημα εάν δεν είναι υπόθεση μόνο των οργανώσεων και των ομάδων, ούτε κυρίως αυτών. Γιατί δεν χρειαζόμαστε ένα ακόμη διαβούλιο εκπροσώπων έστω και με καλύτερη συνεννόηση και σύνθεση. Γιατί δεν έχουμε το δικαίωμα να αντιμετωπίζουμε κανέναν αγωνιστή ούτε ως απλό οπαδό, ούτε πολύ περισσότερο ως «μαϊντανό» σε μια ενότητα οργανώσεων. Γι’ αυτό θα πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο δυναμικό που περιμένει μια αυτοκριτική και την περιμένει από όλους μας:


Γιατί πρέπει να αποτιμήσουμε αυτοκριτικά τη μέχρι τώρα πορεία των παράλληλων μονολόγων, των μικροηγεμονισμών, να αναλογιστούμε γιατί προηγούμενα εγχειρήματα ενωτικής δράσης δεν μπόρεσαν να έχουν το βάθος και τη συνέχεια που τους αναλογούσε.


Γιατί πρέπει να θυμηθούμε ξανά ότι αριστερή πολιτική απομακρυσμένη από τις κοινωνικές διεργασίες δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να νοηθεί ως απλή προπαγάνδα ή εκφορά λόγου που τα λαϊκά στρώματα καλούνται απλώς να ακούσουν.


Γιατί πρέπει να αναλογιστούμε ότι δεν όσο δεν είναι αποτελεσματική η απογείωση από τις υπαρκτές κοινωνικές αντιθέσεις, άλλο τόσο δεν μπορεί να ανατρέψει μακροπρόθεσμα συσχετισμούς η απλή εμμονή στην οικοδόμηση αναχωμάτων στους κοινωνικούς χώρους, όσο δεν συναντιέται με μια παράλληλη (και σε καμιά περίπτωση ανταγωνιστική) προσπάθεια πολιτικής συγκρότησης.


Χρειάζεται, δηλαδή, να δείξουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε τι πραγματικά σημαίνει αριστερή πολιτική. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να βλέπουμε την αριστερή πολιτική ως αυτοαναφορά, ούτε την ανασύνθεση απλώς και μόνο ως μια αφίσα που θα λέει ‘ζήτω η ριζοσπαστική αριστερά και η ενότητά της’, αλλά ως συγκεκριμένη και πολύμορφη υλική πρακτική κοινωνικού μετασχηματισμού. Ανασύνθεση της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν θα πει ότι μαζεύουμε σε ένα αμφιθέατρο άλλους αριστερούς και τους πείθουμε, αλλά πρωτίστως ότι μπορούμε να βρούμε όρους για να απευθυνθούμε σε έναν νέο ή έναν εργαζόμενο και να του προτείνουμε τρόπους και πρακτικές για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του είτε τα άμεσα είτε τα στρατηγικά μέσα σε μια δοσμένη συγκυρία.


Ανασύνθεση της ριζοσπαστικής αριστεράς δε σημαίνει ότι απλώς προτείνουμε μια άλλη εκλογική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα ότι συμβάλλουμε πραγματικά στη διαμόρφωση εκείνων των όρων που θα καθιστούν τη ριζοσπαστική αριστερά, τις πολιτικές μορφές της, τις συνδικαλιστικές παρεμβάσεις της έναν πραγματικό εναλλακτικό πολιτικό χώρο για ένα ευρύτερο δυναμικό. Μόνο αυτό θα μπορέσει να ανακόψει τα φαινόμενα παλιννόστησης ή παλινδρόμησης προς το ρεφορμισμό που καταγράφονται σε ένα ευρύτερο ανεξάρτητο αριστερό δυναμικό.
Μόνο που για γίνουν όλα αυτά θα πρέπει να δείξουμε ότι μπορούμε να πάμε πέρα από την πεπατημένη:
Πέρα από την πεπατημένη του ταμπουρώματος πίσω από ιστορικές ιδεολογικές οριοθετήσεις. Γιατί στην αριστερή ιδεολογία δεν υπάρχουν εικονίσματα και άγιοι, ούτε ταιριάζει η λογική «το μοναστήρι να’ ναι καλά». Και όσο σημαντικό είναι να αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντική τομή ήταν το 1956, άλλο τόσο λάθος είναι να θεωρούμε ότι ρολόι της ιστορίας κόλλησε εκεί.


Πέρα από την πεπατημένη της απλής αναμονής της ‘ωρίμανσης των όρων’ που αδυνατεί να καταλάβει την ανάγκη να γίνουν τώρα κρίσιμες τομές.


Πέρα από την πεπατημένη της επίκλησης της απουσίας πολιτικής σύγκλισης ή κοινωνικής γείωσης, που αρκετές φορές δεν ήταν τίποτε άλλο παρά άλλοθι για επιλογές αυτόκεντρης οργανωτικής ανάπτυξης.


Πέρα, όμως, και από την πεπατημένη της βιαστικής, προεκλογικής συγκόλλησης που καταλήγει να είναι μια συνάντηση εκπροσώπων και μια υπόθεση κορυφής και δεν μπορεί ούτε κοινωνικές, ούτε πολιτικές δυναμικές να δημιουργήσει.


Χωρίς να υποτιμούμε τα πραγματικά βήματα που έχουν γίνει, χωρίς να διαγράφουμε όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει, θα πρέπει να κάνουμε να ξεκάθαρο ότι αυτό που ονομάζουμε πόλο ή μέτωπο της ριζοσπαστικής αριστεράς οφείλει να είναι μια ριζικά πρωτότυπη πολιτική μορφή.


Πρωτότυπη, πρώτα από όλα γιατί θα μπορεί να έχει εκείνες τις πολιτικές διαδικασίες που θα επιτρέπουν να υπάρχουν δημιουργικές αντιπαραθέσεις, συνθέσεις, μετατοπίσεις.


• Που θα συγκροτεί έναν ζωντανό πολιτικό χώρο, ένα πραγματικό εργαστήρι κοινωνικής και πολιτικής δράσης: με αυτοτελείς διαδικασίες βάσης σε τοπικό επίπεδο και ανά κοινωνικό χώρο, με τοπικές και πανελλαδικές συνελεύσεις, με συνδιασκέψεις, με δημοκρατικά εκλεγμένα πανελλαδικά συντονιστικά όργανα. Που θα στηρίζεται στην αρχή της πλατιάς πλειοψηφίας και όχι του ‘βέτο’, αλλά και ταυτόχρονα θα παλεύει για μια σύνθεση απόψεων που θα επιτρέπει σε όλες τις τάσεις να αναγνωρίζονται σε αυτό το εγχείρημα.


• Που θα είναι μια πρωτότυπη πολιτική μορφή, με τη δική της αυτοτέλεια, όπου θα χωρούν και οι οργανώσεις και οι ανεξάρτητοι αγωνιστές, στην οποία οι μεγάλοι βαθμοί ελευθερίας των επιμέρους συνιστωσών θα συνδυάζονται με την προσπάθεια για βάθεμα της πολιτικής και ιδεολογικής σύγκλισης. Μια διαδικασία στην οποία θα συζητούν και –βεβαίως!- θα ψηφίζουν σύντροφοι και δεν θα διαβουλεύονται μόνο «τάσεις».


Γιατί ποιος μπορεί να παραβλέψει ότι σήμερα σε όλη τη ριζοσπαστική αριστερά έχει ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση, με μεγάλα ερωτήματα και συχνά μεγάλες αντιθέσεις, μια συζήτηση για το χαρακτήρα και τη στρατηγική ενός σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος. Αυτή η συζήτηση θα πρέπει να γίνει γνωρίζοντας ότι λύση δεν είναι ούτε το αναμάσημα έτοιμων συνταγών, ούτε όμως και ο αγνωστικισμός που συνήθως σημαίνει ότι ετοιμαζόμαστε να κάνουμε παλιά λάθη με νέο περιτύλιγμα.


Αυτή η συζήτηση όμως θα είναι αδιέξοδη και αυτές οι αντιθέσεις καταστροφικές εάν περιοριστεί μόνο στο εσωτερικό κάθε συλλογικότητας, σε κλειστούς κύκλους και μέσω παράλληλων μονολόγων. Έχουμε μια ευκαιρία να κάνουμε αυτές τις αντιθέσεις διαλεκτικές, ακριβώς γιατί μπορούμε να τις συζητήσουμε επιτέλους σε ένα ανώτερο επίπεδο, ακριβώς γιατί μια δημοκρατική μετωπική ενότητα δίνει εκείνη τη κλίμακα παρέμβασης που επιτρέπει να δοκιμάζονται πραγματικά απόψεις στην πράξη.


Πρωτότυπη, όμως, και στο πολιτικό περιεχόμενο:


• Που θα αναζητά μια νέα εργατική λαϊκότητα, ένα μάχιμο αντικαπιταλισμό και αντιιμπεριαλισμό, που θα διαμορφώσει ένα σύγχρονο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης, αξιοποιώντας τη δημιουργική αντιπαράθεση και σύνθεση απόψεων, χωρίς ιδεοληψίες και εμμονές.


• Που θα επιδιώκει μια πολιτική σύνθεση που θα γυρνάει την πλάτη τόσο στον οικονομισμό και τον καταστροφολογισμό της ιστορικής αριστεράς, αλλά και στον κίνδυνο μιας ‘φαντασμαγορικής μεγέθυνσης του ταξικού αντιπάλου που συχνά ταλανίζει τη συζήτησή μας.


• Που θα διεκδικεί μια πολιτική γραμμή η οποία θα συνταιριάζει την πολιτική και ιδεολογική ανεξαρτησία και οριοθέτηση με την ενωτική δράση μέσα στα κινήματα και θα αντιλαμβάνεται ότι ο καλύτερος διαχωρισμός από το ρεφορμισμό γίνεται όταν είσαι μέσα στο κίνημα, μέσα στο συνδικάτο, μέσα στη διαδήλωση και όχι απομονωμένος σε ένα αυτάρεσκο περιθώριο.


• Που θα αντιλαμβάνεται ότι χωρίς πραγματικές νίκες του λαϊκού κινήματος και απτές κατακτήσεις για τους εργαζόμενους, η όποια αριστερή πολιτικοποίηση θα μένει μετέωρη.


Γι’ αυτό και λέμε ότι συμβάλλοντας τώρα, χωρίς παραπομπή στις καλένδες, στα βήματα για τη πανελλαδική συσπείρωση των σχημάτων εργαζομένων, στηρίζοντας τα ΕΑΑΚ, συνεχίζοντας το πετυχημένο πείραμα της Πρωτοβουλίας Αγώνα, δείχνουμε ότι όντως θέλουμε να ξεπεράσουμε τη λογική των πολιτικών μετώπων χωρίς κοινωνική αναφορά.


Γι’ αυτό δεν βλέπουμε αυτό το εγχείρημα σαν προεκλογική συγκόλληση, γι’ αυτό και εκτιμήσαμε ότι δεν μπορεί να κατέβει στις επικείμενες εκλογές, αφού δεν υπήρχε ο χρόνος να συγκροτηθεί και να οργανώσει την παρέμβασή του. Τα πράγματα είναι απλά: ας δείξουμε όλοι ότι συνειδητοποιούμε ότι πρώτα συγκροτείται κάτι, πρώτα παρεμβαίνει, πρώτα αποκτά κοινωνική αναφορά και μετά εκτίθεται εκλογικά!


Γι’ αυτό και λέμε ότι το βασικό μπροστά μας είναι να ξεκινήσει τώρα αυτή τη διαδικασία. Να μπλεχτούν αγωνιστές και τάσεις. Να δώσουμε τη δυνατότητα αυτό το μόρφωμα να φτιαχτεί πρώτα και κύρια από το ίδιο το δυναμικό που το αφορά. Να γίνει τώρα προσπάθεια για «επιτροπές πρωτοβουλίας για τον πόλο», για τοπικές συζητήσεις και συνελεύσεις που θα μπορούσαν να καταλήξουν και σε μια πρώτη απόπειρα πανελλαδικής συνάντησης, με ομάδες εργασίας και γραπτό διάλογο, με προγραμματισμό θεματικών συζητήσεων, με έκδοση των πρακτικών των συζητήσεων που ήδη κάνουμε.


Ας δώσουμε όλο τον αναγκαίο χώρο και στους συντρόφους, στα σχήματα, στις παρέες που δεν ανήκουν σε οργανώσεις, ας μάθουμε να ακούμε (γιατί έχουμε συνηθίσει κυρίως να μιλάμε και να ακούμε μόνο τον εαυτό μας…) ξεκινώντας από την προσπάθεια για συνδιαμόρφωση μιας κοινής διακήρυξης οργανώσεων και αγωνιστών.
Ας κρατήσουμε ανοιχτή την πόρτα του διαλόγου με τις άλλες τάσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς. Στη σημερινή συγκυρία κανείς, καμιά τάση, κανένας αγωνιστής δεν περισσεύσει! Ας είμαστε εκνευριστικά επίμονοι στην προσπάθεια να διατηρήσουμε δυνατότητες κοινή δράσης και διαλόγου. Μακριά από εμάς πρέπει να είναι κάθε σκέψη ότι σήμερα πρέπει παντού, στα σχήματα, στις πρωτοβουλίες, στα κινήματα να έχουμε πολιτική συνεργασία μόνο όσων συμφωνούν στον πόλο. Σεβόμαστε την αυτοτέλεια των επιπέδων, παλεύουμε για το μέγιστο εύρος ενότητας σε κάθε επίπεδο.


Προφανώς και ο δρόμος κάθε άλλο εύκολος είναι. Πιο σωστά, μπροστά μας δεν υπάρχει δρόμος. Αυτό το δρόμο, αυτό το μονοπάτι θα το φτιάξουμε οι ίδιοι περπατώντας, θα τον ανοίξουμε βαδίζοντας στο αντίξοο, αλλά ευτυχώς πάντα πρωτότυπο και ανοιχτό σε ανατροπές πεδίο της ταξικής πάλης. Ευτυχώς για όλους μας το μέλλον διαρκεί πολύ!
 

 

 

Η ομιλία της Α. Βαφειάδου εκ μέρους του ΕΚΚΕ

 

Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ Ε.Κ.Κ.Ε. ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ–ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ–ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

 

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι.

Συναγωνιστές και συναγωνίστριες,

Σε μια εποχή καμπής σαν τη σημερινή, μιαν εποχή κρίσης και αδιεξόδων, όξυνσης όλων των αντιθέσεων, εντεινόμενης ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας και πολέμων, αλλεπάλληλων μεθοδεύσεων για την ανατροπή του συνόλου των κατακτήσεων της εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων λαών, όλο και πιο αντιδραστικής αναμόρφωσης των θεσμών της αστικής δημοκρατίας αλλά και αμφισβήτησης του γερασμένου κόσμου του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου στον κόσμο και στη χώρα μας, 

 

Εμείς από το ΕΚΚΕ

προσερχόμαστε σ’ αυτή την προσπάθεια για την συγκρότηση του Πόλου, του Μετώπου των δυνάμεων της ανεξάρτητης–αντικαπιταλιστικής–αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς, όχι μόνο γιατί την θεωρούμε μια επιβεβλημένη από τη συγκυρία ενιαιομετωπική τακτική· αλλά και γιατί μέσα απ’ αυτή την προσπάθεια εμείς προσδοκούμε την προώθηση και ιδρυτικών καταστατικών μας οραματισμών και δεσμεύσεων – για την ανασυγκρότηση του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας. Για ν’ αρχίσει να καλύπτεται εκείνο το στρατηγικής και ιστορικής σημασίας κενό που δημιούργησε η πορεία  εκφυλισμού, υποταγής και  ενσωμάτωσης του αριστερού και κομμουνιστικού μας κινήματος, με αποκορύγωμα την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» που το μετέτρεψε από φορέα και πρωταγωνιστή της κοινωνικής απελευθέρωσης σε θλιβερό κομπάρσο του συστήματος. Για να μπορέσουν να αξιοποιηθούν όλες οι θετικές αγωνιστικές πρωτοβουλίες, να ανασυντεθούν κριτικά οι πολιτικές και θεωρητικές επεξεργασίες, να υπάρξουν οι αναγκαίοι διαχωρισμοί όχι στη βάση των αποκλεισμών και της περιχαράκωσης, αλλά του διαλόγου και της κοινής δράσης, για την ανάπτυξη μιας σύγχρονης  επαναστατικής στρατηγικής του εργατικού και επαναστατικού μας κινήματος. Για ν’ αρχίσουμε να ξεφεύγουμε από το τέλμα του άκρατου υποκειμενισμού–σεχταρισμού–κατακερματισμού και της πολυδιάσπασης, για να βγούμε στον καθαρό αέρα της ανοιχτής και συντροφικής ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης στην υπηρεσία της ταξικής πάλης, αφήνοντας πίσω μας τη μίζερη ατμόσφαιρα των στενών περιχαρακωμένων κύκλων.

 

Σε μια προηγούμενη φάση των προσπαθειών μας για να συμβάλουμε στην ενοποίηση και ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος ξεκινούσαμε απ’ την αναζήτηση της συμφωνίας σε γενικές αρχές, σε οριοθετήσεις και εκτιμήσεις  για την ιστορική του πορεία, στους γενικούς στρατηγικούς του στόχους, συμπεριλαμβάνοντας βέβαια και την κοινή δράση γύρω από τα ζητήματα της συγκυρίας. Ωστόσο η προσπάθεια αυτή δεν έφερε σημαντικά αποτελέσματα. Ο διάλογος αποκτούσε συχνά ένα χαρακτήρα ακαδημαϊκό. Οι κλειστές διαδικασίες μεταξύ οργανώσεων χωρίς την πίεση και το κριτήριο του κινήματος δεν ευνοούσαν τη σύνθεση των απόψεων και τις αναγκαίες μετακινήσεις, οδηγούσαν σε στείρες αντιπαραθέσεις και νέες διασπάσεις. Τέλος, αυτού του τύπου οι συζητήσεις δεν ήταν δυνατό να δώσουν ενωτική επαναστατική διέξοδο σε επαναστατικές δυνάμεις που με διαφορετικές ιδεολογικές, χρονικές, ιστορικές αφετηρίες αναζητούσαν ωστόσο την επαναστατική ανασυγκρότηση και ανασύνθεση του κινήματός μας.

 

Χωρίς να απαρνηθούμε τις βασικές επεξεργασίες και την ιδεολογική μας ταυτότητα, αναζητήσαμε στη συνέχεια μια νέα προσέγγιση, αυτήν που προσπαθούμε να εφαρμόσουμε και σήμερα. Αναγνωρίζοντας τον αρχειακό χαρακτήρα της ίδιας της πρακτικής του ενιαίου μετώπου, ιεραρχήσαμε ως αφετηρία την επιδίωξη της υπεράσπισης και διεύρυνσης των κατακτήσεων και δικαιωμάτων των εργαζόμενων, της νεολαίας και των πλατιών λαϊκών μαζών. Εκτιμήσαμε ότι ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε ευρύτερη ενότητα θα ‘πρεπε πρώτα να ενωθούμε με τις δυνάμεις εκείνες που έχουν στόχο την ανατροπή και όχι τον εξωραϊσμό του συστήματος, μπορούν να συμφωνήσουν σ’ ό,τι αφορά τη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων στον κόσμο και στη χώρα μας και είναι σε θέση γι’ αυτό να παρέμβουν από κοινού στα μεγάλα προβλήματα της συγκυρίας. Πάνω σ’ αυτή τη βάση και μόνο σ’ αυτή θα μπορούσε να διεξαχθεί εποικοδομητικά και η θεωρητική και ιδεολογική αντιπαράθεση για την αντιμετώπιση των ιδεολογικών και στρατηγικών ζητημάτων του κινήματος. Μ’ αυτή τη λογική συμμετείχαμε στις προσπάθειες της Μαχόμενης Αριστεράς και του Μετώπου Ριζοσπαστικής Αριστεράς εδώ και πάνω από δέκα χρόνια. Πιστεύουμε ότι παρ’ όλα τα κενά και τις ελλείψεις τους, παρ’ όλο ότι δεν μπόρεσαν ακόμα να προωθήσουν πολύ μακριά τον πολιτικοθεωρητικό διάλογο για την επίλυση στρατηγικών ζητημάτων, έχουν ωστόσο συμβάλει στην επίτευξη συγκλίσεων σε πολιτικές εκτιμήσεις και πρακτικές, και, μαζί φυσικά και με τα οξυμένα προβλήματα της συγκυρίας, έχουν διαμορφώσει ένα καινούριο πολιτισμό για την αναζήτηση της κοινής δράσης μέσα σε ολόκληρη την ριζοσπαστική και επαναστατική αριστερά. Είτε πρόκειται για κοινές Πρωτομαγιές, από κοινού υποστήριξη εργατικών, αγροτικών κ.λπ. κινητοποιήσεων, κοινές επιτροπές κατά της Ε.Ε., κατά του Τρομονόμου, κατά του Πολέμου, κατά της επίσκεψης Κλίντον, για να συμβάλουν τέλος και στην πιο επιτυχημένη ως τώρα συγκρότηση και πρακτική της Πρωτοβουλίας Αγώνα.

 

Η νέα προσπάθεια που ξεκινάμε σήμερα για τη συγκρότηση του ευρύτερου Πόλου της ανεξάρτητης–αντικαπιταλιστικής–αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς νομίζουμε ότι συγκεντρώνει μια σειρά προϋποθέσεις για ένα ποιοτικό βήμα προς τα μπρος. Στηρίζεται όχι μόνο στις διακηρύξεις και στα λόγια, αλλά και σε ένα επιβεβαιωμένο στην πράξη αντικαπιταλιστικό–αντιιμπεριαλιστικό– αντί Ε.Ε.–αντικυβερνητικό και κινηματικό πλαίσιο. Ξεκινάει με δυνάμεις που έχουν  αποδείξει το σταθερό προσανατολισμό τους  στην κατεύθυνση της πιο πλατιάς ταξικής και αγωνιστικής ενότητας των εργαζόμενων και της νεολαίας. Δυνάμεις  αποφασισμένες να συνεχίσουν και να εντείνουν τον συνελευσιακό, αμεσοδημοκρατικό χαρακτήρα  της λειτουργίας τους, αλλά και που συνειδητοποιούν την ανάγκη μέτρων για τη σταθερή και αποτελεσματική εφαρμογή των κοινών τους στόχων και αποφάσεων. Οι οποίες  πέρα απ’ τις κοινές παρεμβάσεις στα τρέχοντα ζητήματα έχουν δεσμευτεί να ανοίξουν προγραμματισμένα και δημιουργικά το διάλογο γύρω απ’ τα μεγάλα ζητήματα του κινήματός μας, για να μπορέσουν έτσι να γίνουν οι αναγκαίες και προωθητικές μετακινήσεις, διαχωρισμοί και συνθέσεις, για τον ιμπεριαλισμό σήμερα, για τον ελληνικό καπιταλισμό, για την σχέση εθνικού και διεθνικού, για μια σύγχρονη στρατηγική της επανάστασης με βάση τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες του διεθνούς και ιδιαίτερα του ελληνικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Να γιατί εμείς πιστεύουμε, χωρίς αυτό να αποτελεί όρο αφετηριακής συμφωνίας, ότι αυτή η προσπάθεια δεν αφορά μονάχα τακτικές αλλά και στρατηγικές ανάγκες του κινήματός μας. Και ότι μέσα από ένα ενδιάμεσο στάδιο που κανείς δεν μπορεί να πει πόσο θα διαρκέσει, το στάδιο της μετωπικής μας συνεργασίας στα πλαίσια του Πόλου, με ενιαίες συνελευσιακές λειτουργίες όσων θα ενταχθούν στον Πόλο αυτό αλλά και με το σεβασμό της ιδιαιτερότητας κάθε συνιστώσας, μέσα από τη συγχώνευση με τα πιο αγωνιστικά κομμάτια του εργατικού και λαϊκού μας κινήματος  θα μπορούσαμε, όχι μόνο να δώσουμε με επιτυχία τις μάχες που έρχονται, αλλά να ανοίξουμε το δρόμο και για την επίλυση του μεγάλου στρατηγικού ζητήματος: της σφυρηλάτησης της ενιαίας πολιτικής και οργανωτικής επαναστατικής έκφρασης του κόσμου της εργασίας. Της ανασυγκρότησης του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας.

 

Το γεγονός ότι δεν είμαστε σήμερα όλοι εξίσου έτοιμοι για να δώσουμε από κοινού και ενιαία τη σημαντική μάχη των επερχόμενων εκλογών καθόλου δεν υποβαθμίζει τη σταθερή μας απόφαση για τη στρατηγική προώθηση του διαλόγου και της κοινής δράσης ανεξάρτητα απ’ τις όποιες συγκυριακές αποκλίσεις μας. Βέβαια εμείς ως ΕΚΚΕ πιστεύουμε ότι η πιο αποφασιστική υποστήριξη αυτής της κατεύθυνσης θα είναι η ενίσχυση του ΜΕ.Ρ.Α. που θα προσπαθήσει να δώσει αυτόνομη έκφραση και να μην επιτρέψει τη λεηλασία των επαναστατικών αναζητήσεων των εργαζόμενων και της νεολαίας και μέσα απ’ τις επερχόμενες εκλογές.

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Η ενοποίηση των δυνάμεών μας, η σταθερή αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου απ’ τη μια, της ήττας, της υποταγής και της ενσωμάτωσης, του ρεφορμισμού απ’ την άλλη· η καταπολέμηση της ξεπερασμένης μικροαστικής λογικής του «στενού κύκλου», της δορυφοροποίησης, της περιχαράκωσης και των μοναχικών δρόμων, του αδιέξοδου κατακερματισμού–«κινηματισμού» που αρνείται τη συνολική πολιτική πάλη· η συγκρότηση του Πόλου–Μετώπου της μεγάλης πλειοψηφίας, αν όχι του συνόλου των δυνάμεων της επαναστατικής Αριστεράς, είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε σήμερα να κάνουμε για να δώσουμε στήριγμα, διέξοδο και προοπτική στις αγωνιστικές αναζητήσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών. Για να βοηθήσουμε τον κόσμο της εργασίας, τον οποίο προσπαθούν να εξουθενώσουν και να υποτάξουν με την ολόπλευρη ιδεολογική, πολιτική και οικονομική επίθεση που έχουν εξαπολύσει ενάντιά του, να ξανασηκώσει κεφάλι. Να προχωρήσει στην ανασύνταξη των ακατάλυτων δυνάμεών του, στην αποκάλυψη και ανατροπή της σαραβαλιασμένης και διεφθαρμένης  εξουσίας της καπιταλιστικής ολιγαρχίας, στη διεθνιστική του ένωση με την παγκόσμια εργατική τάξη και τους λαούς της γης για την απόκρουση της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας, για την πολιτική και κοινωνική του χειραφέτηση, τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική κοινωνία.

 

 

 

Η ομιλία του Γιώργου Δημητρίου εκ μέρους των Οικολόγων Εναλλακτικών


Όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο για την υλοποίηση του εγχειρήματος. Η «Πρόταση διαλόγου και κοινής δράσης για τη συγκρότηση του πόλου της Ανεξάρτητης Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς» που παρουσιάστηκε από το ΜΕ.Ρ.Α. πρώτη φορά το Νοέμβρη του 2000, ήταν μια σημαντική πολιτική παρέμβαση και είχε σκοπό «την αυτοτελή συγκρότηση και διακριτή εμφάνιση στην Ελληνική Κοινωνία του πόλου της Ανεξάρτητης Αντικαπιταλιστικής και Αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς». Ταυτόχρονα απηύθυνε «ενωτικό κάλεσμα διαλόγου και κοινής δράσης σε κάθε ανένταχτο αγωνιστή, σε κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται στα κινήματα, στην πολιτική, στη θεωρία, στον πολιτισμό, στην οικολογία, σε κάθε ανήσυχο νέο, σε κάθε σχήμα και οργάνωση, σε κάθε συσπείρωση και συλλογικότητα, στους αγωνιστές της Ριζοσπαστικής Οικολογίας».


Στον ανεξάρτητο και μαζικό αυτόν πολιτικοκοινωνικό πόλο της αντικαπιταλιστικής αντιπαράθεσης και ρήξης, η Αντικαπιταλιστική Οικολογία έχει τη δική της θέση και με την ξεχωριστή φωνή της συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη της συνεργασίας των δυνάμεων που δρουν στα πλαίσια του οικολογικού εναλλακτικού κινήματος και του εργατικού κινήματος. Η αλληλεπίδραση αυτών των δυνάμεων μέσα από τους δημοκρατικούς και κοινωνικούς μαζικούς λαϊκούς αγώνες σε αντικαπιταλιστική βάση θα σηματοδοτήσει μια νέα εποχή και θα οδηγήσει σε μια ανώτερη πολιτική αντικαπιταλιστική ενοποίηση.


Ας συγκρατήσουμε αυτά που είπε ο Μπρεντ Μπλακγουέλντερ, εκπρόσωπος της οικολογικής οργάνωσης Φίλοι της Γης: «Καταλυτικός παράγοντας που συνέλαβε στη μαζικότητα και στο δυναμισμό των κινητοποιήσεων κατά της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου υπήρξε ο συντονισμός του οργανωμένου εργατικού κινήματος με το οικολογικό. Μια τάση που αν μονιμοποιηθεί ενδέχεται να οδηγήσει σε μια νέα ιστορική συμμαχία δύο κοινωνικών κινημάτων που μέχρι τώρα ακολουθούσαν ασύμβατες ή συγκρουόμενες διαδρομές».


Είναι πλέον ολοφάνερο ότι ωριμάζουν και στην Ελλάδα οι όροι και οι προϋποθέσεις για αγωνιστική συνύπαρξη και κοινή δράση των ενεργών δυνάμεων που εμπνέονται από τις οικολογικές εναλλακτικές αντικαπιταλιστικές αξίες, αρχές, ιδέες, θέσεις και προτάσεις και εκφράζονται πολιτικά με διάφορες οργανώσεις με τις δυνάμεις της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, που εμπνέονται από τις αξίες, τις αρχές και τις παραδόσεις του εργατικού κινήματος. Σήμερα διαπιστώνουμε ότι οι αξίες και οι αρχές των μεν καλλιεργούνται, αναπτύσσονται και ανθίζουν στα ίδια χωράφια, δίπλα στις αξίες των δε. Στην πράξη μπορούν να αποτελέσουν δύο από τους πυλώνες για τη συγκρότηση του Ανεξάρτητου Αντικαπιταλιστικού Πόλου.


Το καθήκον των οικολογικών εναλλακτικών ριζοσπαστικών δυνάμεων είναι να γονιμοποιήσουν τον κόσμο της εργασίας με τον κόσμο της εναλλακτικής οικολογίας σε αντικαπισταλιστική βάση και να συμβάλουν θεωρητικά και πρακτικά στη συνεργασία των μαχητικών δυνάμεων που δρουν στα πλαίσια του οικολογικού εναλλακτικού και του εργατικού κινήματος. Μακροπρόθεσμος σκοπός αυτής της στρατηγικής είναι η ανατροπή των κυρίαρχων παραγωγικών σχέσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι σήμερα, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης του χρηματιστικού, τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, το περιβάλλον απειλείται από τις κυρίαρχες παραγωγικές σχέσεις και τον υπερκαταναλωτισμό, που έχουν επιβληθεί στους εργαζόμενους. Η ανατροπή αυτών των σχέσεων μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερα με τους μαζικούς λαϊκούς αγώνες των εργαζομένων, ενώ παράλληλα η ταξική εργατική συνείδηση θα εμπλουτίζεται από τις αρχές και τις αξίες της Αντικαπιταλιστικής Οικολογίας.


Η συμμετοχή των δυνάμεων της Αντικαπιταλιστικής Οικολογίας στον Ανεξάρτητο Αντικαπιταλιστικό Πόλο του προσδίδει μια άλλη απαραίτητη διάσταση, πιο κοινωνική και πιο οικολογική, η οποία όπως δείχνουν τα πράγματα είναι αναγκαία. Η Αντικαπιταλιστική Οικολογία είναι μια γέφυρα επικοινωνίας με πολλά στρώματα της σημερινής υπερκαταναλωτικής κοινωνίας, τα οποία ανησυχούν για την προϊούσα καταστροφή του περιβάλλοντος.
Οι δυνάμεις του Ανεξάρτητου Αντικαπιταλιστικού Πόλου είναι οι μόνες πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα που μπορούν στη σημερινή συγκυρία, ν’ αποκαλύψουν την υποκριτική ευαισθησία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος και της ποιότητας της ζωής μας. Πρόκειται για τη δήθεν ευαισθησία της «νέας πατρίδας», την οποία αποκτήσαμε με την καθιέρωση του ευρώ, όπως μας είπε ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλος ο οποίος ως Υπουργός Προεδρίας της Ν.Δ. το 1978, επί κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή, είχε ζητήσει από τους διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για την αφόρητη ατμοσφαιρική ρύπανση της Αθήνας, να «του φέρουν ένα νεκρό από το νέφος» για να πεισθεί ότι αυτό δηλητηριάζει τη ζωή μας!!! Τώρα τι θα μας ζητήσει για να πεισθεί ότι το ευρώ έφερε την ακρίβεια και αύξησε την ανεργία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει το περιβάλλον σαν εμπόρευμα;


Έτσι επιβεβαιώνεται ότι η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει καμιά σχέση με τις λαϊκές ανάγκες. Απεναντίας η πολιτική αυτή συντάσσεται πίσω από τις ΗΠΑ που προωθούν ακόμη και την «αγοραπωλησία» ρύπων! Μεταλλαγμένα προϊόντα, διοξίνες, πυρηνικά και χημικά όπλα, ακατάλληλες ζωοτροφές, τοξικά φυτοφάρματα και εντατική αγροτική καλλιέργεια, διεθνή δίκτυα μεταφορών και γιγαντιαία έργα, προωθούν ένα πρότυπο παραγωγής και κατανάλωσης που στηρίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και στη λεηλασία της φύσης.
Η δική μας προοπτική είναι αυτή του μαζικού λαϊκού κινήματος των εργαζομένων, των επιτροπών κατοίκων και των ριζοσπαστικών δημοτικών κινήσεων που θα στηρίζονται στις λαϊκές συνελεύσεις με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας και θα αποκλείουν τόσο τα δεσμά των κυβερνητικών και άλλων κρατικών φορέων, όσο και των μικροκομματικών ή παραγοντίστικων νοοτροπιών. Είναι η προοπτική ενός κινήματος ρήξης και ανατροπής των πολιτικών της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εξυπηρετούν το καπιταλιστικό κέρδος, τις πολυεθνικές και τους εργολάβους των Ολυμπιακών Αγώνων. Τέλος είναι η προοπτική του ανεξάρτητου και μαζικού πολιτικοκοινωνικού πόλου της αντικαπιταλιστικής ρήξης.
 

 

 

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΣΕΡΡΩΝ (ΑΚΟΣ)

 


Η ΑΚΟΣ χαιρετίζει τη σημερινή ανοιχτή συνάντηση των οργανώσεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και των Αγωνιστών της.


Ευχόμαστε καλή επιτυχία στις εργασίες σας – εργασίες μας. Ελπίζουμε να επικρατήσει η κοινή λογική και να ανταποκριθούμε στην αναγκαιότητα της άμεσης συγκρότησης του Πόλου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.


Η ΑΚΟΣ θεωρεί σωστή και αναγκαία της συγκρότηση του Πόλου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς γιατί αποτελεί σημαντικό πολιτικό όρο για την ενοποίηση των επαναστατικών δυνάμεων όπου κι αν δρουν. Είναι πολιτικός όρος και προϋπόθεση για το συντονισμό των Ριζοσπαστικών Κινήσεων (εργαζόμενων, φοιτητών, αγροτών, νεολαίας κ.α.). Αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για να νικήσουν οι αγώνες του κόσμου της εργασίας, της νεολαίας, του πολιτισμού.


Η ΑΚΟΣ εργάζεται για τη συγκρότηση των οργανώσεων του ΜΕ.Ρ.Α. στις Σέρρες. Βοηθάει σε γειτονικούς νομούς για τη συγκρότηση αντίστοιχων οργανώσεων, διασφαλίζοντας την ισότιμη συμμετοχή όλων των αγωνιστών σ’ αυτές.


Η πολιτική μας κατεύθυνση για τη συγκρότηση των οργανώσεων είναι τα 4 αντί: Αντι Ε.Ε. – αντικυβερνητικό – αντικαπιταλιστικό – αντιΙμπεριαλιστικό. Θέτοντας σταθερά την προοπτική της κομμουνιστικής απελευθέρωσης της κοινωνίας από τα δεσμά της καπιταλιστικής κυριαρχίας.


Η ΑΚΟΣ έχει εμπιστοσύνη στο ταξικό κριτήριο των συντρόφων στις Σέρρες και πανελλαδικά. Υπερασπίζεται την εργατική δημοκρατία γι’ αυτό και είναι της άποψης της συγκρότησης οργανώσεων του ΜΕ.Ρ.Α. και του Πόλου συνολικά με οριζόντια διασύνδεση αυτών και την αξιοποίηση όλων των δυνάμεων με λειτουργία συντονιστικών τοπικά και πανελλαδικά.


Κανένας δεν περισσεύει. Είμαστε μαζί σας.

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!

 

 

 

Δεν έχουν ακόμα κατατεθεί γραπτώς οι ομιλίες του Σάββα Μιχαήλ εκ μέρους του ΕΕΚ, του ΚΚΕ μ-λ, της ΟΚΔΕ - Σπάρτακος και των ανένταχτων συντρόφων και συναγωνιστών που πήραν το λόγο.



Το τρένο έχει ξεκινήσει, στο χέρι μας είναι να μην αφήσουμε κανέναν να το σταματήσει