
ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ
Σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο του ανεπτυγμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού. Σημαντικοί μετασχηματισμοί σε επίπεδο διαδικασίας παραγωγής, οργάνωσης της εργασιακής διαδικασίας, οργάνωσης του συνασπισμού εξουσίας και του κράτους και ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας έχουν συμβεί σε σχέση με την κλασική εποχή του ιμπεριαλισμού. Ωστόσο δεν έχουν εξαλειφθεί οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, ενώ βαθαίνουν συγκριτικά οι ταξικές πολώσεις και αντιθέσεις
Στη συγκυρία ηγεμονικό ρόλο παίζει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός σε σχέση κυριαρχίας και ενότητας με τους βασικούς ιμπεριαλιστικούς πόλους, την Ε.Ε. και την Ιαπωνία. Παρά τους επιμέρους οξείς ανταγωνισμούς και διαφοροποιήσεις σε όψεις των κοινωνικών συστημάτων, συντεταγμένα προωθούν τις πολιτικές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Οι επιπτώσεις είναι τεράστιες στα συμφέροντα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, αλλά και των λαών των υπό ανάπτυξη χωρών ή των χωρών της περιφέρειας.
Η Ε.Ε. αποτελεί ένα ιμπεριαλιστικό συνασπισμό κεφαλαίων και αντιφατικών κρατικών συμφερόντων. Διαπερνάται από οικονομικούς ανταγωνισμούς, διαφορετικά κρατικά συμφέροντα, αλλά και την εξ επαγωγής παρουσία των Η.Π.Α. λόγω οικονομικής αλληλεξάρτησης αλλά και της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ. Παρά τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις προωθεί μια σχετικά συγκροτημένη πολιτική καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων ενάντια στις λαϊκές τάξεις. Έτσι τα συμφέροντα των εργαζομένων της Ευρώπης περνάνε μέσα από τη ρήξη με την Ε.Ε. και την ανατροπή της
Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός είναι ένας αναπτυγμένος καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός. Ανήκει στον ιμπεριαλιστικό πόλο της Ε.Ε. στις κατώτερες θέσεις της ιεραρχίας του, ωστόσο βρίσκεται στο πλαίσιο του πυρήνα των ιμπεριαλιστικών κρατών. Παράλληλα επιχειρεί να επάγει όχι πάντοτε με επιτυχία ιμπεριαλιστικές λειτουργίες στα κράτη της Βαλκανικής. Είναι έτσι επίκαιρη και σαφής η στρατηγική για την ανατροπή αυτού του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού αλλά και της στρατηγική ρήξης με την Ε.Ε.
Η κυρίαρχη στρατηγική της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα αναπτύσσεται μέσα από τη διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που έχει στόχο την προσπάθεια διεύρυνσης των παραγωγικών δυνατοτήτων του ελληνικού κεφαλαίου στους τομείς της παραγωγής, της κυκλοφορίας και της κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι σημαντικότερες πλευρές της στοχεύουν: α) στην αύξηση της παραγωγικότητας του ελληνικού κεφαλαίου μέσα από την ανασυγκρότηση των όρων διαμόρφωσης του συλλογικού εργαζόμενου. Επιδιώκεται κατ’ αυτό τον τρόπο η «αναβάθμιση» των κοινωνικών και τεχνικών δεξιοτήτων του ώστε να καθίσταται ευπροσάρμοστος στις παραγωγικές απαιτήσεις του κεφαλαίου, β) στην ιδιωτικοποίηση τομέων και λειτουργιών που βρίσκονται υπό κρατική κυριότητα, γ) στην αξιοποίηση του κρατικού τομέα για την ενίσχυση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Στα πλαίσια αυτά η ένταξη στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ αποτελεί βασική στρατηγική επιλογή όλων των μερίδων των κυρίαρχων τάξεων, καθώς και των πτερύγων του αστικού πολιτικού προσωπικού.
Η στρατηγική αυτή οδήγησε σε αναδιαρθρώσεις στη συγκρότηση του κεφαλαίου με την ένταση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησής του, καθώς και στη δομή της βιομηχανίας (συρρίκνωση παραδοσιακών κλάδων) και της απασχόλησης. Πολύ περισσότερο όμως οδήγησε σε ιδιαίτερα σημαντική αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και του ποσοστού εκμετάλλευσης.
Συνολικά, η στρατηγική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης επέφερε σημαντικές νίκες προς όφελος του κεφαλαίου και εις βάρος των λαϊκών στρωμάτων τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στα πλαίσια αυτά την τελευταία δεκαετία συγκροτήθηκε ένας νέος συνασπισμός εξουσίας σε σχέση με τον οποίο συμπήσσονται νέες κοινωνικές συμμαχίες. Ο συνασπισμός αυτός αποτελείται από τις κυριαρχούσες μερίδες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που διαμορφώνουν τους μεγάλους τραπεζικούς ομίλους και τις περιβάλλουσες αυτούς επιχειρήσεις, τις μερίδες του μονοπωλιακού κεφαλαίου και μονοπωλιακούς ομίλους που δραστηριοποιούνται σε τομείς και κλάδους της παραγωγής οι οποίοι παρουσιάζουν στοιχεία έντονης διεθνοποίησης και επιτάχυνσης των ρυθμών καπιταλιστικής συσσώρευσης, τις μερίδες του μονοπωλιακού κεφαλαίου που διεισδύουν σε νέους τομείς παροχής υπηρεσιών, τους ομίλους του κατασκευαστικού αλλά και του βιομηχανικού κεφαλαίου που δραστηριοποιούνται στους τομείς ανάπτυξης των υποδομών, το εφοπλιστικό κεφάλαιο και το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στο χώρο του τουρισμού, τμήματα του μη μονοπωλιακού κεφαλαίου που ευνοούνται από την ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας και τη διευκόλυνσης της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης από ένα σύνολο κρατικών παρεμβάσεων και ρυθμίσεων.
Ο συνασπισμός εξουσίας βρίσκει ταξικά στηρίγματα α) σε αστικά στρώματα στους τομείς της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και της κοινωνικής αναπαραγωγής που ευνοούνται από την ένταση της εκμετάλλευσης και την περιοριστική πολιτική, β) τμήματα της ανώτερης και μέσης κρατικής και πολιτικής γραφειοκρατίας που αξιοποιούν τις θέσεις τους στην εμπέδωση της αναδιαρθρωτικής στρατηγικής και ιδιοποιούνται ένα μέρος της κοινωνικής και οικονομικής εξουσίας, γ) στρώματα της νέας μικροαστικής τάξης τα οποία είναι φορείς νέων μορφών της διανοητικής εργασίας σε διευρυνόμενους τομείς των υπηρεσιών και της βιομηχανίας.
H αντίληψη περί εξαρτημένης θέσης της Ελλάδας, η οποία έχει φθάσει όμως στο τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης του στην κρατικομονοπωλιακή βαθμίδα (βλ. ΚΚΕ- 17ο Συνέδριο), δεν αναδεικνύει παρά τις τεράστιες αντιφάσεις των εργαλείων ανάλυσης του «σοβιετικού» μαρξισμού. Αυτό βέβαια δεν πρέπει να μας κάνει να παραγνωρίζουμε ότι στο εσωτερικό του συνασπισμού εξουσίας κατέχουν εξ’ επαγωγής κομβική θέση τα συμφέροντα των κυρίαρχων μονοπωλιακών μερίδων του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου. Η παρουσία των συμφερόντων αυτών έχει άμεσες οικονομικές όψεις: τη συμβολή τους στη συσσώρευση του κεφαλαίου στην Ελλάδα, η οποία παίρνει πολλαπλές μορφές, όπως είναι: α) η εισροή κεφαλαίων με τη μορφή των πόρων της ΕΕ, β) η παρουσία σημαντικών ομίλων στις κατασκευές και τις υπηρεσίες, οι οποίες θα διαχειρισθούν τα μεγάλα έργα για μεγάλες περιόδους λειτουργίας τους, γ) η σημαντική διεύρυνση των εισαγομένων προϊόντων κυρίων διαρκών κεφαλαιουχικών αγαθών από τις χώρες της ΕΕ, δ) οι εισαγωγές κεφαλαίων με τη μορφή εξαγορών επιχειρήσεων ή και άμεσων επενδύσεων. Η παρουσία του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου στη διαδικασία της συγκρότησης και σταθεροποίησης του ελληνικού συνασπισμού εξουσίας έχει άμεσες πολιτικές και ιδεολογικές όψεις μέσω της έκφρασης του στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού και των άλλων κέντρων εξουσίας.
Τα ανωτέρω δεν σημαίνουν ότι η διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης δεν διέπεται από σημαντικές αντιφάσεις. Υπάρχουν τομείς στους οποίους η αναδιαρθρωτική διαδικασία δεν έχει προχωρήσει σε βαθμό που να επιτρέπει την αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, λόγω αντιφάσεων του τρόπου συσσώρευσης, αλλά και αντιστάσεων στρωμάτων που αποτελούσαν στο παρελθόν προνομιακούς κοινωνικούς εταίρους: α) η διαδικασία ιδιωτικοποίησης (άμεσης –αλλαγή κυριότητας- και έμμεσης – λειτουργία κρατικού τομέα με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια) που αποτελεί στρατηγική πλευρά της αναδιάρθρωσης, β) η αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού μηχανισμού με στόχο τη μεγαλύτερη διασύνδεση εκπαιδευτικών μηχανισμών-παραγωγικού τομέα, κατακερματισμό εργασιακών δικαιωμάτων και ένταση της πειθάρχησης του μελλοντικού εργαζόμενου, γ) η αναδιάρθρωση του πρωτογενούς τομέα
Οι αναδιαρθρώσεις αυτές επιφέρουν και ιδεολογικές μετατοπίσεις. Χωρίς αμφιβολία τα κυρίαρχα ιδεολογικά υποσύνολα αποτελούν η ανάπτυξη, ο εκσυγχρονισμός, ο ατομισμός. Δεν θα πρέπει όμως να παραγνωρίζουμε ότι υποτελή ιδεολογικά υποσύνολα (όπως ο εθνικισμός) μπορούν να αποκτούν στην εκάστοτε συγκυρία ιδιαίτερη σημασία και ειδικούς εκφραστές (ιδεολογικούς και πολιτικούς μηχανισμούς) με πραγματικό κοινωνικό ακροατήριο.
Οι πολιτικοί εκφραστές του συνασπισμού εξουσίας είναι τα δύο αστικά κόμματα. ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. αποτελούν δύο διαφορετικούς τύπους σχέσεων και συμβιβασμών τμημάτων των λαϊκών τάξεων και των μεσοστρωμάτων με διαφορετικές μερίδες του κεφαλαίου και των αστικών στρωμάτων. Στο πλαίσιο της ισχυροποίησης της κοινωνικής εξουσίας του κεφαλαίου οι πολιτικές τους συγκλίνουν όλο και περισσότερο. Οι όποιες διαφοροποιήσεις τους εκφράζουν α) δύο διαφορετικού τύπους σχέσεων μερίδων της αστικής τάξης με τμήματα των λαϊκών στρωμάτων β) αντιτιθέμενα επιχειρηματικά συμφέροντα γ) την ανάγκη του αστικού συστήματος να προάγει ένα εναλλακτικό διπολικό μοντέλο για λόγους νομιμοποίησης και σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος.
Τα δύο κόμματα της καθεστωτικής αριστεράς σε διαφορετικό βαθμό και δεχόμενα εντεινόμενες πιέσεις αποτελούν συμπληρώματα του πολιτικού συστήματος. Ο ΣΥΝ εκφράζει διανοούμενα μεσοστρώματα τα οποία προσδοκούν ένα μερίδιο διαχείρισης της κρατικής εξουσίας, σε ένα ηπιότερο πλαίσιο σε σχέση με τις εργαζόμενες τάξεις. Είναι καθορισμένος από τη στρατηγική του μεταρρυθμισμού, του κυβερνητισμού, της προοπτικής εντός Ε.Ε.. Το ΚΚΕ εν μέρει εκφράζει πληττόμενα λαϊκά στρώματα και ένα ρεύμα ιστορικής αμφισβήτησης, με μια μορφή ταξικού αμυντισμού. Ωστόσο η πολιτική στρατηγική του και το ιδεολογικό πλαίσιο παραμένει δέσμιο μιας ιδιότυπης εκδοχής και εφαρμογής του «σοβιετικού» μαρξισμού με όλες τις τραγικές και καταστροφικές συνέπειες που είχε. Η πολιτική του χαρακτηρίζεται από τη γραφειοκρατική σχέση με τα λαϊκά στρώματα, και τις στρατηγικές αντιφάσεις μίας μεταρρυθμιστικής και συστημικής πρακτικής.
Σ' αυτό το πλαίσιο υπάρχει η τραγική έλλειψη αλλά και η αναγκαιότητα της οικοδόμησης του ρεύματος της επαναστατικής αριστεράς. Μια δυνατότητα που βασίζεται στις πραγματικές κοινωνικές αντιθέσεις και τις όψεις της ταξικής πάλης, μία αναγκαιότητα από την οποία, όμως, είμαστε πολύ μακριά. Οι πολιτικές οργανώσεις που τοποθετούνται στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά, οι συσπειρώσεις των κοινωνικών και εργασιακών χώρων, οι κοινωνικές αντιστάσεις που είναι υπαρκτές αλλά ωστόσο δεν παίρνουν αυτοτελές στρατηγικό αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο είναι μικρές όψεις των υλικών που πρέπει να αξιοποιηθούν στην οικοδόμηση του επαναστατικού ρεύματος.
ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ