
ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΟΛΟ-ΜΕΤΩΠΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ
ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ, ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Εμείς που υπογράφουμε το κείμενο αυτό, πολιτικές οργανώσεις και συλλογικότητες της ριζοσπαστικής-επαναστατικής αριστεράς και της αντικαπιταλιστικής οικολογίας:
έχοντας υπόψη τη μακρόχρονη πρακτική πολύμορφης κοινής δράσης, πολιτικού διαλόγου, διαφωνιών αλλά και κοινών προβληματισμών και συγκλίσεων μέσα από σχήματα κοινωνικών χώρων, τοπικές κινήσεις, πολιτικές πρωτοβουλίες και μέτωπα,
με επίγνωση των αδυναμιών αλλά και του συνεχιζόμενου κενού ενιαίας πολιτικής έκφρασης του αριστερού ριζοσπαστικού-επαναστατικού χώρου, παρά τις όποιες μέχρι τώρα θετικές πρωτοβουλίες,
αναγνωρίζουμε την επιτακτική ανάγκη και θα επιδιώξουμε από κοινού το άνοιγμα ενός ουσιαστικού πολιτικοθεωρητικού διαλόγου γύρω από στρατηγικής σημασίας ζητήματα σε βάθος χρόνου, παράλληλα με την αναβάθμιση της κοινής μας δράσης, στην προοπτική της συγκρότησης του πόλου-μετώπου της ριζοσπαστικής-επαναστατικής αριστεράς και με αφετηρία τις παρακάτω κοινές πολιτικές και ιδεολογικές κατευθύνσεις.
Α. Ζούμε σ’ έναν κόσμο που σφραγίζεται από τη σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα, η οποία επιχειρεί να νομιμοποιηθεί με τα κάθε λογής «νεοφιλελεύθερα» δόγματα και τις άλλες παραλλαγές της αστικής πολιτικής, που εκμεταλλεύονται την κρίση του παγκόσμιου εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος και την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» για να ισοπεδώσουν το σύνολο των κατακτήσεων και δικαιωμάτων της εργατικής τάξης και των λαών. Έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από: εκμετάλλευση του παγκόσμιου πλούτου απ’ το κεφάλαιο· λεηλασία του κόσμου της εργασίας· εμπορευματοποίηση της παιδείας, της υγείας, του πολιτισμού· αυταρχική θωράκιση και καταπάτηση των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων· λεηλασία και καταστροφή του περιβάλλοντος· έντονα και δομικά φαινόμενα ύφεσης και κρίσης, όλο και πιο αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού.
Οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και οι «προληπτικοί πόλεμοι» δεν αποτελούν παρέκκλιση αλλά συνέπεια και έκφραση της στρατηγικής και των αδιεξόδων του καπιταλισμού της εποχής μας.
Η παγκοσμιοποίηση-διεθνοποίηση του κεφαλαίου είναι μια διαδικασία για την επέκταση και το βάθεμα των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης, που αντί να «ενοποιεί» το σύγχρονο κόσμο, υψώνει νέα τείχη απέναντι στους λαούς, τους εργαζόμενους και τους μετανάστες.
Η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα πυροδοτείται από την έκρηξη των καπιταλιστικών αντιφάσεων –τις κρισιακές εκδηλώσεις του συστήματος, τις χρεοκοπίες κρατών, τα τεράστια ελλείμματα κύρια των ΗΠΑ– και οξύνεται από τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις: τις προσπάθειες των ΗΠΑ να επιβάλουν με τη στρατιωτική τους υπεροχή και το μακρόχρονο «προληπτικό» τους πόλεμο την παγκόσμια κυριαρχία τους· τις μεθοδεύσεις της Ε.Ε. να οικοδομήσει την «Ευρώπη Φρούριο», να θωρακίσει με το ευρωσύνταγμα τον εργασιακό μεσαίωνα, την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, το ξεκλήρισμα της φτωχομεσαίας αγροτιάς, την αντιδραστική εκπαιδευτική πολιτική των προτάσεων της Μπολόνια, το σύστημα Σένγκεν, τις πολλές ταχύτητες στο εσωτερικό της, τη σύμπλευση με τις ΗΠΑ αλλά και την ανάπτυξη του ευρωστρατού για την προώθηση των δικών της ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων.
Την ίδια στιγμή έρχονται ξανά με ποικίλους τρόπους στο προσκήνιο αγώνες και κινήματα που φανερώνουν ότι η ιστορία κάθε άλλο παρά τέλειωσε, ότι τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα δεν έχουν την πλήρη κυριαρχία, ότι μικρά αλλά πραγματικά ρήγματα ανοίγονται στους όρους άσκησης της αστικής πολιτικής.
Η αντίσταση του ιρακινού λαού, η Ιντιφάντα, οι ξεσηκωμοί των λαών απ’ το Σηάτλ και τη Γένοβα μέχρι τη Βενεζουέλα και το Νεπάλ και οι μεγάλες αντιπολεμικές κινητοποιήσεις δείχνουν ότι πληθαίνουν οι αντιστάσεις στο σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Αυτό που μπορεί πραγματικά να τις δικαιώσει δεν είναι η βελτίωση αλλά η διάλυση των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, η απόκρουση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και των στρατών κατοχής, ο αυτοπροσδιορισμός και η κοινωνική απελευθέρωση των λαών.
Οι κινητοποιήσεις των Ευρωπαίων εργαζόμενων και η υπεράσπιση των κοινωνικών καταχτήσεων και δικαιωμάτων δεν περνάει μέσα από τον «εκδημοκρατισμό» της Ε.Ε. Απαιτεί ένα μαχητικό κίνημα σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο για την απόκρουση των ιμπεριαλιστικών επιθέσεων, για την ανατροπή του καπιταλισμού, σε μια κατεύθυνση συνολικής ρήξης και ανατροπής απέναντι στην Ε.Ε. των πολυεθνικών και του κεφαλαίου, όχι απ’ τη σκοπιά της υπεράσπισης των συμφερόντων της «εθνικής οικονομίας», αλλά από την ταξική διεθνιστική σκοπιά της υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζόμενων, της πάλης για μια άλλη κοινωνία σοσιαλιστική και κομμουνιστική και για άλλη ισότιμη, ειρηνική και αλληλέγγυα συμβίωση των λαών (κατεύθυνση που εκφράζεται με τις θέσεις για αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την Ε.Ε., για ανατροπή και διάλυσή της, για μια σοσιαλιστική Ελλάδα σε μια σοσιαλιστική Ευρώπη – θέσεις που αποτελούν αντικείμενο του πολιτικοθεωρητικού διαλόγου).
Τα αλλεπάλληλα εργατικά και νεολαιίστικα κινήματα ενάντια στα προγράμματα λιτότητας, τις ιδιωτικοποιήσεις, την ελαστική εργασία, δεν εκφράζουν μόνο την ανάγκη αντίστασης απέναντι στην αστική αντεπίθεση. Φανερώνουν την εκρηκτική αντίφαση ανάμεσα στο βάθεμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και τις τεράστιες συλλογικές παραγωγικές δυνατότητες της σύγχρονης εργατικής δύναμης, αναδεικνύουν το αίτημα της κοινωνικής επανιδιοποίησης και αυτοδιαχείρισης των μέσων παραγωγής.
Η επιστροφή στο προσκήνιο, με τρόπο μειοψηφικό, αλλά σε καμία περίπτωση περιθωριακό, πολιτικών αναφορών και συνθημάτων ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό δεν είναι μόνο ελπιδοφόρα: Αναδεικνύει και την πρόκληση να μετασχηματιστεί αυτός ο γαλαξίας αγώνων και αντιστάσεων σε μια πραγματική δύναμη ανατροπής.
Γι’ αυτό και επιμένουμε, με περισσότερη αισιοδοξία παρά ποτέ, ότι το σύστημα αυτό της καταπίεσης και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο δεν διορθώνεται, μόνο ανατρέπεται!
Β. Σήμερα, στη χώρα μας οι εργαζόμενοι, οι αγρότες και οι νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με το νέο γύρο της επίθεσης από την κυβέρνηση της ΝΔ, με την ανοιχτή συναίνεση του ΠΑΣΟΚ και του Γ. Παπανδρέου. Η «ήπια προσαρμογή» αποδείχνεται κακόγουστο αστείο μπροστά στην κλιμάκωση των αντεργατικών επιθέσεων. Η «διαπλοκή» αποκαλύπτεται ως τρόπος ύπαρξης του αστικού κράτους (διαφθορά πολιτικών, σκάνδαλα εκκλησίας, δικαιοσύνης, ΜΜΕ). Η σήψη των θεσμών αξιοποιείται για τη λεγόμενη «επανίδρυση του κράτους» σε όλο και πιο αντιδραστική κατεύθυνση. Και όλα αυτά φυσικά σε βάρος των εργαζόμενων που καλούνται άλλη μια φορά να πληρώσουν τη νύφη :
Με την ακατάσχετη λεηλασία της εργασίας και του δημόσιου συσσωρευμένου πλούτου απ’ το μεγάλο κεφάλαιο, τη διόγκωση των ελλειμμάτων και τα υπέρογκα χρέη, τη λιτότητα, την έκρηξη της ακρίβειας, ενώ το τέλος των «ολυμπιακών» έργων και οι αλλεπάλληλες μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων τινάζουν στα ύψη την ανεργία.
Με το νέο κύμα ιδιωτικοποιήσεων.
Με το νέο γύρο αλλαγών στην εκπαίδευση στην κατεύθυνση της Μπολόνια (αξιολόγηση–χειραγώγηση, απαξίωση εργασιακών δικαιωμάτων, δια βίου εκπαίδευση στην ανασφάλεια, ακόμη μεγαλύτερη πρόσδεση στις ανάγκες των επιχειρήσεων).
Με το άνοιγμα ξανά του ασφαλιστικού και την προσπάθεια για ακόμη μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας.
Με την απελευθέρωση του ωραρίου και την ακόμη περισσότερη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων στα πλαίσια και των κατευθύνσεων της Ε.Ε. και της συνόδου κορυφής στη Λισσαβόνα.
Με τη συντριβή της φτωχομεσαίας αγροτιάς από μεγαλοβιομήχανους, μεγαλέμπορους και «νέους τσιφλικάδες», από τις αναδιαρθρώσεις της ΚΑΠ, τις αποφάσεις του ΠΟΕ και την απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου, τις περικοπές επιδοτήσεων.
Με την ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής, τη συμπόρευση με την αντιτρομοκρατική υστερία του Μπους, τους τρομονόμους, τις διεθνείς «αντιτρομοκρατικές συμβάσεις», τις δίκες-παρωδία, τις χαφιεδοκάμερες.
Την ίδια στιγμή η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, στέλνει στρατεύματα εκτός συνόρων, γίνεται προγεφύρωμα κάθε είδους ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, είναι συνένοχη και συνεργός στη βρώμικη εισβολή και κατοχή στο Ιράκ. Με την λιγότερο ή περισσότερο ενεργή αποδοχή του σχεδίου Ανάν, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, συμβάλλουν στη νομιμοποίηση της εισβολής και κατοχής και στη μετατροπή της Κύπρου σε διχοτομημένο κράτος–προτεκτοράτο, στην ενίσχυση της ιμπεριαλιστικής και αστικής κυριαρχίας ενάντια σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, την ίδια ώρα που οι ελληνοτουρκικοί ανταγωνισμοί και τo casus belli στο Αιγαίο μεταφέρονται στο εσωτερικό της Ε.Ε. για να αξιοποιηθούν ως εργαλείο ευρύτερων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων.
Αυτή η πραγματικότητα μας φέρνει αντιμέτωπους με δύο κρίσιμες προκλήσεις:
Την ανάπτυξη μεγάλων μαζικών, αγωνιστικών, δυναμικών αγώνων και κινητοποιήσεων σε όλα τα κρίσιμα κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα, το σπάσιμο της μοιρολατρίας και της λογικής «τίποτα δε γίνεται», την κατοχύρωση στην πράξη των δυνατοτήτων της συλλογικής πάλης.
Το σπάσιμο της επιρροής του δικομματικού συστήματος, του αστικού μπλοκ εξουσίας συνολικά (ΜΜΕ, Κράτος, Εκκλησία κ.λπ.) και των αυταπατών που αυτό γεννά σε μεγάλα τμήματα των λαϊκών μαζών. Κάτι που δεν μπορούν να κάνουν σήμερα τα κόμματα της ρεφορμιστικής αριστεράς με τα συσσωρευμένα προβλήματά τους, παρά μόνο μια άλλη αριστερά, ικανή να συναντηθεί με τις εργατικές και λαϊκές αντιστάσεις, διεκδικήσεις και αναζητήσεις και να τις μετασχηματίσει σε κοινωνική και πολιτική δύναμη ανατροπής των αστικών πολιτικών, μια άλλη ριζοσπαστική αριστερά, αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική, ανεξάρτητη και αντιδιαχειριστική
Αυτό δεν μπορεί παρά να εξειδικευτεί σε μια σειρά από κρίσιμες αφετηριακές οριοθετήσεις:
Αρνούμαστε τον αδιέξοδο χαρακτήρα των «αντινεοφιλελεύθερων» και «αντιμονοπωλιακών» μετώπων. Γιατί προϋποθέτουν τη δυνατότητα άλλων πολιτικών επιλογών και διεξόδων υπέρ των εργαζόμενων, στο έδαφος του καπιταλισμού, για τη βελτίωση και τον εξανθρωπισμό του, με την ηγεμονία μιας άλλης πολιτικής γραμμής και
άλλων τμημάτων της αστικής τάξης. Όμως, νεοφιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες συμφωνούν στις ιδιωτικοποιήσεις, στις αναδιαρθρώσεις της παραγωγής, στις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, στην ένταση του αυταρχισμού.
Δεν δίνει διέξοδο η ιδεολογικο-πολιτική κατεύθυνση και πρακτική του ΚΚΕ που δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ταύτισή του με ό,τι πιο αρνητικό ανέδειξε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός», αποφεύγει κάθε αυτοκριτική για τη συμμετοχή και στήριξη στην κυβέρνηση Τζανετάκη, ενώ με ρητορείες για «λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία» στο έδαφος του καπιταλισμού, με την επίκληση ενός «Μετώπου» με τον εαυτό του και με τον άκρατο κομματικό σοβινισμό του, τορπιλίζει κάθε δυνατότητα ενωτικού συντονισμού, επιδιώκει την υποκατάσταση και το μπλοκάρισμα του εργατικού και λαϊκού κινήματος, απέχει ακόμα και από απεργίες και κρίσιμες κινητοποιήσεις.
Ο ΣΥΝ παρά τη φραστική αναβάθμιση των «αριστερών» και κινηματικών «αναφορών» του, παραμένει σταθερός στο όραμα της «πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης» ως μοναδικής διεξόδου, δέσμιος της θεσμολαγνείας και των «διαρθρωτικών αλλαγών», συντηρώντας τις αυταπάτες για μια διαφορετική «αριστερή κυβέρνηση», για το «αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο» και τον «προοδευτικό εκσυγχρονισμό» του συστήματος, ενώ οι καταγγελίες της «κεντροαριστεράς» συνοδεύονται συχνά από την προσκόλληση στη σοσιαλδημοκρατική γραφειοκρατία στα συνδικάτα και την τοπική αυτοδιοίκηση.
Επιμένουμε ότι σήμερα για τη ριζοσπαστική και επαναστατική αριστερά υπάρχουν μεγάλες και ανοιχτές προκλήσεις: Να αντιστραφεί το σημερινό κλίμα πολυδιάσπασης, μερικότητας, αποσπασματικότητας, εναλλαγής συγκυριακών συμπράξεων και παράλληλων μονολόγων. Να ξεφύγουμε από τη θεωρητική και πολιτική φτώχεια, το σεχταρισμό, το βόλεμα σε έτοιμα σχήματα και ρετσέτες. Να ανακόψουμε τις τάσεις δορυφοροποίησης γύρω από τη μία ή την άλλη τάση του ρεφορμισμού. Να μετατρέψουμε την πολιτική ελπίδα που αναγεννήθηκε μέσα σε μεγάλες ενωτικές κινητοποιήσεις και συγκρούσεις (όπως αυτές του Ιούνη του 2003) σε μόνιμη δυναμική και στράτευση.
Γ. Αυτό είναι σήμερα για μας το στοίχημα του πόλου της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς: Η όποια βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο: απ’ την ανάπτυξη ασυμβίβαστων διεκδικητικών αγώνων που θα αρνούνται την υποταγή στις «αδήριτες αναγκαιότητες» του καπιταλισμού. Απαιτείται η προσπάθεια για την ιδεολογική, θεωρητική και στρατηγική ανόρθωση του αριστερού και επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης. Σήμερα αυτό σημαίνει συγκρότηση ενός αυτοτελούς αντικαπιταλιστικού-αντιιμπεριαλιστικού πόλου, που θα διασφαλίζει τον πολιτικοθεωρητικό διάλογο και την κοινή δράση, θα διεκδικεί κατακτήσεις και δικαιώματα, θα παλεύει για την ανατροπή των αντιλαϊκών σχεδίων κυβέρνησης–Ε.Ε.–κεφαλαίου και θα αρνείται τις λογικές συνδιαχείρισης και ενσωμάτωσης. Σε μια κατεύθυνση που θα βρίσκεται στον αντίποδα των προτεραιοτήτων του κεφαλαίου, από τη σκοπιά της ανατροπής του ελληνικού καπιταλισμού και της κατάργησης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Με το δικό του μανιφέστο να γράφει «Τα εργατικά δικαιώματα και τα λαϊκά συμφέροντα μπροστά!»
Γνωρίζουμε καλά ότι σ’ αυτή μας την αγωνία δεν είμαστε μόνοι. Ξέρουμε καλά ότι την ίδια αγωνία έχουν και πολλοί άλλοι αγωνιστές που παρεμβαίνουν σε σχήματα κοινωνικών χώρων, σε τοπικές παρεμβάσεις, που στηρίζουν ενωτικές δράσεις σε επιμέρους μέτωπα, που ενίσχυσαν και μαζικοποίησαν κινηματικές πρωτοβουλίες (π.χ. Πρωτοβουλία Αγώνα), αγωνιστές που συμμετείχαν σε μερικούς από τους πιο σημαντικούς αγώνες της τελευταίας δεκαετίας και οι οποίοι και εμπειρία έχουν και γόνιμο πολιτικό προβληματισμό.
Γι’ αυτό και λέμε εξαρχής ότι:
Δεν θεωρούμε ότι η οικοδόμηση του πόλου μπορεί να γίνει μόνο μέσα από μια συζήτηση οργανώσεων. Αντίθετα, αυτό που επιδιώκουμε είναι η ενεργοποίηση των ίδιων των κοινωνικών δυνάμεων της ρήξης με τον καπιταλισμό και της κοινωνικής επανάστασης, μέσα από μια ανοιχτή διαδικασία σε κάθε επίπεδο, που να μπορεί να συστρατεύει οργανώσεις, ομάδες, συλλογικότητες, έντυπα, ανένταχτους αγωνιστές, που θα έχει εκείνες τις μορφές, τόσο κεντρικά όσο και τοπικά, οι οποίες θα επιτρέπουν σε κάθε αγωνιστή να συνδιαμορφώνει την κατεύθυνση και τις πρωτοβουλίες. Δεν επιδιώκουμε μια «συγκόλληση» οργανώσεων: θέλουμε μια διαδικασία μαζική, με διαλεκτικές και δημιουργικές αντιπαραθέσεις, που θα επιτρέπει να δοκιμάζονται απόψεις, να έρχονται κοντά σύντροφοι με διαφορετική προέλευση και να παράγονται γόνιμες συνθέσεις.
Η δημόσια τοποθέτησή μας δεν είναι μόνο μια κοινή δήλωση οργανώσεων και ομάδων. Είναι ταυτόχρονα και ανοιχτό κάλεσμα σε όλους τους αγωνιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς να πάρουν πραγματικά την υπόθεση του πόλου στα χέρια τους, να πάρουν πρωτοβουλίες για κοινή δράση, πολιτική συζήτηση, και συντονισμό σε κάθε επίπεδο.
Η συνάντηση των δυνάμεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Αντικαπιταλιστικής Οικολογίας πρέπει να γίνει με όρους κινήματος και ανατροπής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής–ανάπτυξης–κατανάλωσης και εναντίον της διαχειριστικής λογικής. Η αντικαπιταλιστική οικολογική κριτική μπορεί να συμβάλει στην κατάκτηση μιας πιο ολοκληρωμένης αντικαπιταλιστικής οπτικής από το εργατικό λαϊκό κίνημα και να εμπλουτίσει τις αναλύσεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, πέρα απ’ τον παραγωγισμό, την αναπτυξιολαγνεία και τον οικονομισμό, με σκοπό τη νέα ιεράρχηση των αναγκών και την απελευθέρωση ανθρώπου και φύσης από τα δεσμά της εκμετάλλευσης. Ο ρόλος των δυνάμεων του πόλου–μετώπου γίνεται καθοριστικός, διότι μπορούν να εντάξουν το κίνημα για την προστασία του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής, ως συστατικό στοιχείο του αγώνα της εργατικής τάξης για την ολοκληρωμένη χειραφέτηση και την πλήρη απελευθέρωσή της.
Επιμένουμε ότι ο πόλος της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι ένα εγχείρημα μακράς πνοής για την ανασύνθεση ενός αντίπαλου δέους στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, ένα πολιτικό εργαστήρι για την παραγωγή των ιδεολογικών οριοθετήσεων, των προγραμματικών κατευθύνσεων, των πολιτικών στοχεύσεων και σχεδιασμών μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς.
Με την αυτοτελή πολιτική του παρουσία και στο έδαφος της αντικαπιταλιστικής–αντιιμπεριαλιστικής του στρατηγικής, ο πόλος αυτός, θα αναπτύσσει θαρραλέες πρωτοβουλίες κοινής δράσης και θα καλεί όλες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις για την ενίσχυση και το συντονισμό κινημάτων και αντιστάσεων σε όλα τα κρίσιμα μέτωπα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η ίδια η εμπειρία έχει δείξει ότι όσοι ευαγγελίζονται αντινεοφιλελεύθερα και αντιμονοπωλιακά μέτωπα απευθύνονται μόνο στον εαυτό τους και στους στενούς εκλογικούς τους συμμάχους.
Σήμερα η υπόθεση του πόλου περνάει μέσα από:
1. Την πολιτική παρέμβαση στα κρίσιμα κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα της περιόδου,
Για να ξεδιπλωθούν εργατικές αντιστάσεις στη λιτότητα και την ελαστική εργασία.
Για να στηριχτεί το μαχόμενο φοιτητικό και πανεκπαιδευτικό κίνημα ενάντια στην καταιγίδα μέτρων του Υπουργείου Παιδείας.
Με την ολόπλευρη στήριξη και ενίσχυση των ριζοσπαστικών κοινωνικοπολιτικών συσπειρώσεων, με σεβασμό στην αυτονομία και στην πολυμορφία τους.
Με την ενίσχυση της προσπάθειας για πανελλαδική δικτύωση και ανεξάρτητο ταξικό συντονισμό των συνδικαλιστικών συσπειρώσεων και σχημάτων των εργαζόμενων, για την ενιαία και αποφασιστική τους παρέμβαση στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Και με τη φιλοδοξία σ’ αυτό το εγχείρημα να συμμετάσχει το σύνολο του δυναμικού της ριζοσπαστικής αριστεράς που παρεμβαίνει στους χώρους δουλειάς.
Η ολόπλευρη στήριξη κοινωνικοπολιτικών πρωτοβουλιών, για την κοινή παρέμβαση και δράση στα μέτωπα που ανοίγει η συγκυρία της ταξικής πάλης (κατά του πολέμου, για την υπεράσπιση δημοκρατικών δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών κ.λπ.). Η κατοχύρωση της αμεσοδημοκρατικής λειτουργίας και της αυτοτέλειας των πολιτικών τους διαδικασιών.
2. Το άμεσο ξεκίνημα μιας ανοιχτής και ειλικρινούς διαδικασίας πολιτικοθεωρητικού διαλόγου, σε αντίθεση με τους παράλληλους μονολόγους του παρελθόντος, με σοβαρότητα και σε βάθος χρόνου, για τα μεγάλα στρατηγικής σημασίας ζητήματα της σημερινής φάσης ανάπτυξης του κινήματος.
Κάθε ξεχωριστό θέμα θα προετοιμάζεται με γραπτές εισηγήσεις όσων θα συμμετέχουν στη συζήτηση, και με δημόσιες και δημοκρατικά οργανωμένες συζητήσεις. Όλα τα έντυπα του χώρου θα είναι ανοικτά σ’ αυτό το διάλογο, ενώ αντιμετωπίζεται η εκδοχή έκδοσης ειδικού έντυπου για την αποτύπωση του πλούτου του προβληματισμού. Θέλουμε μια συζήτηση ανοιχτή, αλλά και παραγωγική, γι’ αυτό και θα επιδιώξουμε σε κάθε κύκλο την καταγραφή κοινών πολιτικών συμπερασμάτων για τη στρατηγική και την τακτική της ριζοσπαστικής αριστεράς. Θέλουμε μια συζήτηση που να μην περιοριστεί μόνο μεταξύ των οργανώσεων και των πολιτικών ομάδων που παίρνουν την πρωτοβουλία, αλλά να συμπεριλαμβάνει και κάθε αγωνιστή που θέλει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να συνεισφέρει. Θέλουμε, τέλος, μια συζήτηση μάχιμη, που να μην απογειώνεται από τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης και να μπορεί να διακρίνει ανοιχτά ερωτήματα και διαφωνίες, από τη μια, και τα ζητήματα εκείνα που απαιτούν σήμερα συγκλίσεις και συνθέσεις.
Προτείνουμε τέσσερις κύριες θεματικές ενότητες γι’ αυτό το διάλογο. Α) Ο σύγχρονος καπιταλισμός, ο χαρακτήρας και οι αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας και η στρατηγική της επαναστατικής αριστεράς. Β) Η διεθνής κατάσταση, ο χαρακτήρας της εποχής και τα διεθνιστικά καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος. Γ) Οι εμπειρίες του διεθνούς και του ελληνικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Δ) Οι πολιτικές μορφές του επαναστατικού κινήματος, το Κόμμα, τα μέτωπα, τα συνδικάτα.
3. Το άνοιγμα της συζήτησης πάνω στο περιεχόμενο ενός σύγχρονου αριστερού προγράμματος πάλης, που δεν θα είναι εγκεφαλική κατασκευή, αλλά θα πατάει πάνω στις υπαρκτές εμπειρίες και ανάγκες των αγώνων των τελευταίων ετών και θα δίνει σχήμα, περιεχόμενο και κατεύθυνση στην αμφισβήτηση του σύγχρονου καπιταλισμού και στη διεκδίκηση της κοινωνικής ανατροπής και χειραφέτησης.
4. Τη διαμόρφωση, βήμα βήμα, συγκεκριμένων πολιτικών μορφών, τόσο κεντρικά όσο και τοπικά / περιφερειακά, που θα επιτρέπουν την ανάληψη και το σχεδιασμό κεντρικών πολιτικών πρωτοβουλιών, στην κατεύθυνση της κατοχύρωσης του πόλου και στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, θα δίνουν πιο μόνιμα χαρακτηριστικά στη διαδικασία διαμόρφωσης του πόλου, θα επιτρέπουν το συντονισμό της κοινής δράσης, θα δίνουν δυνατότητες στράτευσης ενός ευρύτερου δυναμικού.
Σε κάθε περίπτωση εμείς που υπογράφουμε το κείμενο αυτό απευθύνουμε ανοιχτό κάλεσμα σε όλες τις συλλογικότητες και στους αγωνιστές της ριζοσπαστικής-επαναστατικής αριστεράς για να συμβάλουν σ’ αυτή τη διαδικασία με την εμπειρία και τον προβληματισμό τους.
ΑΚΟΣ, ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ, ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ, ΕΕΚ, ΕΚΚΕ, ΝΑΡ, νεολαία ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ, ΜΕ.Ρ.Α., ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΙ (Συμμετέχει επίσης και η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑNΕΩΣΗ ως παρατηρητής)