ΔΙΕΘΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

 

Η ΚΡΙΣΗ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 

Μέσα από το πρίσμα της παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης σήμερα, μπορεί να φαίνεται απίστευτο – κι όμως: μόλις δυο δεκαετίες πριν, οι κάθε είδους ιδεολογικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι του ιμπεριαλισμού διακήρυτταν σ’ όλους τους τόνους ότι "ο οργανωμένος καπιταλισμός", όπως διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε αντίθεση με τη μακρόχρονη στασιμότητα και την κρίση της δεκαετίας του ‘30, είχε βρει πια τον τρόπο να μετατραπεί σ’ έναν "καπιταλισμό χωρίς κρίσεις". Το "Κράτος Πρόνοιας", η "κοινωνία της ευημερίας", η "πλήρης απασχόληση" εκθειάζονταν ως μόνιμα και σταθερά επιτεύγματά του.

Ωστόσο, όπως η "χρυσή δεκαετία" του 1920 διακόπηκε βίαια από τη "μαύρη Παρασκευή" του 1929, έτσι και οι κομπασμοί των αστών και σοσιαλδημοκρατών οικονομολόγων έμειναν ξαφνικά μετέωροι, για να ξεχαστούν εντελώς στις μέρες μας, ύστερα από την ιστορική απόφαση του Νίξον στις 15 Αυγούστου 1971 που καταργούσε την ανταλλαξιμότητα του δολαρίου με το χρυσάφι. Οδηγούσε έτσι στην κατάρρευση του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος που είχε ως τότε λειτουργήσει κάτω από την αμερικάνικη ηγεμονία. Άνοιγε το δρόμο για μια μακρόχρονη περίοδο αστάθειας, χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, χρηματιστηριακών κραχ σαν αυτά του ‘87 και του ‘89, νομισματικών κρίσεων σαν αυτές του ‘92 και ‘94, αλλά και πτώσης του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ κάτω από το μηδέν, όπως γίνονταν το ‘74-’75, το ‘82-’83 και τελευταία, ακόμα και μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού", το ‘91 στις ΗΠΑ και το ‘93 στην Ευρώπη. Τις συνέπειες ενός τέτοιου κραχ ζούμε και σήμερα με αφετηρία τη νομισματική κρίση στη νοτιοανατολική Ασία και την κατακόρυφη πτώση των αξιών στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ.

Δεν υπάρχει αστική θεωρία για την οικονομική κρίση στον καπιταλισμό. Υπάρχουν όμως κάποιες αστικές "εξηγήσεις" του φαινομένου, που διαπνέονται από την ολοφάνερη προσπάθεια να αποφευχθεί η αναζήτηση της βαθύτερης αιτίας του μέσα στην ίδια τη φύση του συστήματος. Έτσι η κρίση:

·           Χαρακτηρίζεται παροδική ασθένεια, ένα είδος γρίπης, που θα περάσει από μόνη της. Χωρίς να εξηγείται βέβαια πώς και γιατί αυτή συνεχίζεται εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες.

·           Άλλοι αναζητούν την αιτία της στην πετρελαϊκή κρίση του ‘73 και του ‘79, αποσιωπώντας ωστόσο ότι η μεταπολεμική κρίση του καπιταλισμού ξέσπασε πριν από την κρίση του πετρελαίου, ενώ συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας όταν, στο μεταξύ, έχουν πέσει κατακόρυφα όχι μόνο οι τιμές του πετρελαίου, αλλά και των πρώτων υλών γενικότερα.

·           Φταίει, ο "αθέμιτος ανταγωνισμός" των αντίπαλων καπιταλιστών στις νέες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης", θα μας εξηγήσουν, λες και θα μπορούσε να υπάρχει καπιταλισμός χωρίς τον ανταγωνισμό ζωής ή θανάτου ανάμεσα στους καπιταλιστές.

·           Φταίει η υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα, ο "κρατισμός" και τα συνδικάτα, θα μας πουν κάποιοι άλλοι, χωρίς ωστόσο να μας εξηγούν πώς και γιατί τα ίδια αυτά φαινόμενα συμβάδιζαν με ορισμένους από τους πιο ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην ιστορία του καπιταλισμού, ενώ τώρα, που σε μεγάλο βαθμό έχουν καταργηθεί, εξακολουθούν να μην υπάρχουν ορατά αποτελέσματα.

Σε αντίθεση με κούφιες και συγκαλυπτικές "εξηγήσεις" σαν τις παραπάνω, οι βαθύτερες αιτίες για τη σημερινή όπως και για τις προηγούμενες κρίσεις του καπιταλισμού δεν είναι άλλες από τις τρεις άλυτες αντιθέσεις που, όπως διαπίστωσε ο Μαρξ, χαρακτηρίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του μέχρι σήμερα:

1.                  Την αντίθεση ανάμεσα στην επιστημονική οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό κάθε επιχείρησης από τη μια, και την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολο της από την άλλη. Το κυνήγι του κέρδους και ο ασυγκράτητος ανταγωνισμός φέρνουν νομοτελειακά την άνιση ανάπτυξη των τομέων, των περιφερειών, των χωρών, των ηπείρων. Οι ανισορροπίες αυτές, που εκφράζονται και ως ανισορροπίες ανάμεσα στην παραγωγή μέσων παραγωγής και στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, είναι ένας από τους παράγοντες που οδηγούν σε κρίσεις.

2.                  Την αντίθεση ανάμεσα στην απεριόριστη ανάπτυξη της παραγωγής και της παραγωγικότητας από τη μια, και τις περιορισμένες δυνατότητες κατανάλωσης των μαζών που υφίστανται την εκμετάλλευση από την άλλη. Ο Μαρξ έλεγε: "η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών, που αντιτίθεται στην τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις, λες και το όριό της αποτελείται από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας". ("Το Κεφάλαιο" - τ. 3ος).

3.                  Την αντίθεση ανάμεσα στην αναζήτηση του μέγιστου κέρδους από τη μια, και την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους από την άλλη. Κάθε ατομικός καπιταλιστής επιδιώκει την αύξηση των κερδών του με την εισαγωγή νέου μηχανολογικού εξοπλισμού και τεχνολογίας, με την αύξηση της παραγωγικότητας, την απόσπαση περισσότερης υπερεργασίας, τη μείωση της αναγκαίας εργασίας και με την αντικατάσταση εργατών από μηχανές. Έτσι αυξάνει όλο και περισσότερο το λεγόμενο "σταθερό κεφάλαιο" -μηχανές, πρώτες ύλες, εγκαταστάσεις- το οποίο μεταβιβάζει μόνο την αξία του, αλλά δεν προσθέτει νέα αξία στο προϊόν, σε σχέση με το μόνο παράγοντα της παραγωγής που προσθέτει αξία, το "μεταβλητό κεφάλαιο" -τη ζωντανή εργατική δύναμη. Όσον καιρό διατηρεί το μονοπώλιο των νέων μεθόδων παραγωγής, ο καπιταλιστής μπορεί και απομυζά τεράστια κέρδη. Αργά ή γρήγορα, ωστόσο, η χρήση αυτών των μεθόδων γενικεύεται και τότε εξαιτίας της διόγκωσης του σταθερού κεφαλαίου που δεν γεννά νέα αξία, σε σχέση με το δημιουργό της αξίας, την εργατική δύναμη, το ποσοστό του κέρδους αρχίζει να πέφτει. Η αντίθεση αυτή μπορεί να εξουδετερωθεί σ’ έναν βαθμό με την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, με την εξοικονόμηση και την ταχύτερη περιστροφή του σταθερού κεφαλαίου, με τη βίαιη συμπίεση των τιμών των πρώτων υλών και τη λεηλασία των εξαρτημένων χωρών της καπιταλιστικής περιφέρειας, με την εξαγωγή κεφαλαίου και τις επενδύσεις (συνήθως σε βιομηχανίες έντασης εργασίας) για την υπερεκμετάλλευση των φτηνών εργατικών χεριών στις πιο φτωχές περιοχές του κόσμου κ.ά.- οδηγεί ωστόσο αναγκαστικά σε ανοιχτές κρίσεις, καταστροφές και πολέμους, που με την ισοπέδωση τομέων ολόκληρων της οικονομίας, αλλά και ολόκληρων χωρών, φέρνουν μαζί τους τη βίαιη υποτίμηση των συντελεστών της παραγωγής (συσσωρευμένου κεφαλαίου και εργασίας), και επιτρέπουν στους πιο ισχυρούς καπιταλιστές που επιβιώνουν να ξαναρχίζουν τον κύκλο της παραγωγής από νέες ευνοϊκές θέσεις.

Οι κρίσεις αποτελούν ξέσπασμα, ανοιχτή έκφραση των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού. Αποκαλύπτουν κάθε φορά με όλο και πιο οξυμένο τρόπο τη μετατροπή του από μορφή ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων σε εμπόδιο, δέσμευση, δύναμη καταστροφική για τον άνθρωπο και τη φύση.

Ο Μαρξ έλεγε:« Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι παραγωγή μόνο για το κεφάλαιο και ότι αντίστροφα τα μέσα παραγωγής δεν είναι απλά μέσα για μια συνεχώς διευρυνόμενη διαμόρφωση της ζωικής διαδικασίας και της κοινωνίας των παραγωγών. Τα όρια μέσα στα οποία, και μόνο, μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, που στηρίζονται στην απαλλοτρίωση και πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά έρχονται έτσι διαρκώς σε αντίθεση με τις μεθόδους παραγωγής, που το κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιεί για την επίτευξη των στόχων του, και οι οποίες οδηγούν στην απεριόριστη μεγέθυνση της παραγωγής, στην παραγωγή σαν αυτοσκοπό, στην απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο -απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας- έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο στόχο της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου...» ("Το Κεφάλαιο" - τ. 3ος)

Η λειτουργία των παραπάνω αντιθέσεων μπορεί να εξηγήσει και την κρίση που ξεκινάει στην δεκαετία του ‘7Ο, σε μια φάση αποκορύφωσης της "ανάπτυξης" του μεταπολεμικού καπιταλισμού δηλαδή, όπου εκτός από τις ΗΠΑ, όλες λίγο πολύ οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έχουν ολοκληρώσει την μεταπολεμική τους ανοικοδόμηση, έχουν αφομοιώσει και υιοθετήσει τις πιο προωθημένες μεθόδους του λεγόμενου φορντικού μοντέλου παραγωγής (ταινιόδρομος συναρμολόγησης, μαζική παραγωγή κ.λπ.), έχουν κάνει κιόλας την εμφάνιση τους νέες τεχνολογίες και νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής. Την ίδια ώρα που οι απελευθερωτικοί αγώνες των λαών, ιδιαίτερα των λαών του 3ου κόσμου, δημιουργούν όλο και πιο επικίνδυνες ρωγμές στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αμφισβητούν όλο και πιο έντονα και απειλούν σοβαρά την αμερικάνικη ηγεμονία.

 

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ

Η κρίση αυτή των αρχών του 1970 οδήγησε σε ραγδαίες αλλαγές στους παγκόσμιους οικονομικούς συσχετισμούς των δυνάμεων. Το μερίδιο των ΗΠΑ στην παγκόσμια παραγωγή αγαθών από το 40% (1950) έπεσε στο 23% (αρχές της δεκαετίας ‘80). Αντίθετα το μερίδιο της Ιαπωνίας και της Δυτικής Ευρώπης αυξήθηκε από το 22% στο 39%. Οι ΗΠΑ έπεσαν στη δεύτερη θέση στις παγκόσμιες εξαγωγές, με πρώτη τη Γερμανία, δέχονταν όλο και πιο ισχυρές επιθέσεις από την Ιαπωνία, και απέκτησαν ένα όλο και πιο ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο. Ακόμα, έχασαν την πρωτοπορία όχι μόνο σε παραδοσιακές βιομηχανίες, όπως η υφαντουργία, η σιδηρουργία, τα ναυπηγεία, η χημική βιομηχανία, αλλά έμειναν πίσω και στους στρατηγικούς τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, της ρομποτικής, των εργαλειομηχανών, της πληροφορικής. Ως συνέπεια και των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών για την επιβολή και συντήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, οι ΗΠΑ, από μεγαλύτερος εξαγωγέας, έγιναν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ξένου κεφαλαίου και από μεγαλύτερος πιστωτής, ο μεγαλύτερος χρεώστης, με αστρονομικό δημόσιο χρέος. Οι ανταγωνισμοί οξύνθηκαν, η καπιταλιστική οικονομία μπήκε σε μια μακρόχρονη περίοδο συνεχών κλυδωνισμών και χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης.

Στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι σήμερα ανατράπηκαν επανειλημμένα και τα κυρίαρχα αστικά οικονομικά δόγματα:

·         Σε πρώτη φάση μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, οι κεϋνσιανές αντιλήψεις που ισχυρίζονταν ότι, με την παρέμβαση του κράτους και του πιστωτικού συστήματος, θα ήταν δυνατό να εξασφαλίζεται η ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση και να ρυθμίζεται έτσι ο κύκλος της καπιταλιστικής οικονομίας, οδήγησαν στο φαινόμενο που ονομάστηκε "στασιμοπληθωρισμός" και αποκάλυψαν την αποτυχία τους με την ταυτόχρονη εκτίναξη του πληθωρισμού, αλλά και το βάθεμα της οικονομικής ύφεσης.

·         Με την αναβίωση των κλασικών οικονομικών αντιλήψεων στη συνέχεια, με το «νεοφιλελευθερισμό" και το "μονεταρισμό", ο "κρατισμός" και οι "κοινωνικές παροχές" ανακηρύχθηκαν σε κύρια αιτία της κρίσης. Η "απελευθέρωση των νόμων της αγοράς", οι ιδιωτικοποιήσεις, η κατεδάφιση του "κράτους πρόνοιας", η μεταφορά εισοδήματος από τους εργαζόμενους προς τις επιχειρήσεις, οι μαζικές απολύσεις κ.λπ., έγιναν η κυρίαρχη πολιτική του κεφαλαίου. Με την κατάρρευση των πρώην σοσιαλιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης, εκδηλώθηκε μια δεύτερη, ακόμα σκληρότερη επίθεση, όχι μόνο οικονομική αλλά και ιδεολογική, με την ολοκληρωτική σχεδόν ευθυγράμμιση τόσο της Δεξιάς όσο και της Σοσιαλδημοκρατίας κατά των εργαζομένων.

Ωστόσο, παρά την ανακήρυξη της νομισματικής σταθερότητας σε πρωταρχικό καθήκον και παράλληλα με τη βίαιη αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, το δημόσιο χρέος εξαπλασιάστηκε στις ΗΠΑ των Ρήγκαν και Μπους. Η ευημερία των αριθμών στην Αγγλία της Θάτσερ συνοδεύτηκε όχι μόνο από στασιμότητα στη βιομηχανία, αλλά και από συνεχή επιδείνωση της κατάστασης των εργαζομένων σύμφωνα με τις προδιαγραφές της κοινωνίας των 2/3. Οι εξεγέρσεις των φτωχών, των ανέργων και των απελπισμένων πλήθυναν, από το Λος Άντζελες και την Κορέα μέχρι το γαλλικό Δεκέμβρη και τις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στην Ιταλία, στη Γερμανία, στο Βέλγιο. Οι αστικές κυβερνήσεις αναζητούσαν νέα "μείγματα" οικονομικής πολιτικής, που να συνδυάζουν το νεοφιλελευθερισμό και την κρατική παρέμβαση, χωρίς ωστόσο να κατορθώνουν να επιστρέψουν στους προηγούμενους ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας.

 

ΤΑ ΔΥΟ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Για να κατανοήσουμε τη φάση που περνάει σήμερα η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία πρέπει να διακρίνουμε εδώ τους δύο τύπους των κρίσεων που έχουν εμφανιστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία του καπιταλισμού.

Υπάρχουν οι "κυκλικές κρίσεις" που έρχονται κι επανέρχονται κάθε 5–7 χρόνια, οδηγώντας την καπιταλιστική οικονομία από τη μέτρια ανάπτυξη, στην οικονομική άνθιση, στην κρίση, στην ύφεση και πάλι στην ανάκαμψη. Οι κρίσεις αυτές οφείλονται στις ανισορροπίες της καπιταλιστικής παραγωγής ανάμεσα στον ένα ή τον άλλο κλάδο, ανάμεσα στην παραγωγή μέσων παραγωγής και στην παραγωγή ειδών κατανάλωσης, καθώς και στην τεράστια διόγκωση ή συρρίκνωση του κυκλοφορούντος χρήματος και της πίστης. Ανισορροπίες που φέρνουν μαζί τους, πότε εδώ και πότε εκεί, το φαινόμενο της υπερπαραγωγής εμπορευμάτων ή κεφαλαίου, που ξεπερνιέται ωστόσο σχετικά εύκολα με τη λιγότερο ή περισσότερο βίαιη αναπροσαρμογή του συστήματος. Οι κυκλικές αυτές κρίσεις, που εμφανίζονται σταθερά από τις αρχές του 19ου αιώνα, εκδηλώνονται αδιάλειπτα και μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, στα 1949, 1955, 1960, 1966, 1973, 1980, 1987, 1991.

Παράλληλα με τα "μικρά κύματα" που περιγράψαμε παραπάνω, υπάρχουν μακρόχρονες περίοδοι όπου σημειώνεται μια υψηλή μέση ανάπτυξη, καθώς και μακρόχρονες περίοδοι με χαμηλή μέση ανάπτυξη του καπιταλισμού. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση όπου και οι μικρότερες "κυκλικές κρίσεις" χτυπούν με ιδιαίτερη ένταση την καπιταλιστική παραγωγή, μπορούμε να μιλήσουμε για "δομική κρίση" του καπιταλισμού. Σε τέτοιες περιόδους η ύφεση είναι βαθιά και μακρόχρονη. Οι φάσεις της ανάκαμψης σύντομες και αναιμικές. Η ανεργία φτάνει σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα.

Τέτοιου τύπου κρίσεις είχαμε ως τώρα στην περίοδο 1873-1895 και στην περίοδο 1919-1939. Και οι δυο κατέληξαν σε βαθιές διαρθρωτικές αναπροσαρμογές και συνοδεύτηκαν από βίαιες εκρήξεις, πολέμους και επαναστάσεις. Η πρώτη περίοδος έφερε μαζί της τη ραγδαία ανάπτυξη των μονοπωλίων, την εξαγωγή κεφαλαίου και τον ιμπεριαλισμό. Η δεύτερη κατέληξε στο Β' παγκόσμιο πόλεμο, στην ανάδειξη της αμερικάνικης ηγεμονίας και στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό.

Σχετικά με την περίοδο που άνοιξε από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 μέχρι σήμερα, σε μια μελέτη που δημοσιεύτηκε το Γενάρη του 1987 ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει: "Αν εξετάσουμε το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, η ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής βρίσκονταν γύρω στο 6,5% για μεγάλο τμήμα της δεκαετίας του ‘60. Η αλλαγή της τάσης αυτής στη βιομηχανική παραγωγή μπορεί να εντοπιστεί με αρκετή ακρίβεια στα 1972. Προς τα μέσα της δεκαετίας του ‘70 έχουμε απότομη πτώση του ρυθμού της βιομηχανικής ανάπτυξης γύρω στο 2,5% που σήμερα εκτιμάται ότι βρίσκεται στο 2,3%". Σ’ ό,τι αφορά το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ από τη δεκαετία του ‘70 μέχρι σήμερα, νεότερα στοιχεία του ΟΟΣΑ (προβλέψεις της Γραμματείας του ΟΟΣΑ για το 1997 και 1998), το δείχνουν να πέφτει κάτω από το μισό της δεκαετίας του ‘60.

Τα παραπάνω έρχονται να επιβεβαιώσουν την άποψη ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 γνωρίζουμε την "τρίτη δομική κρίση" του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

 

Εξελίξεις στις τρεις κύριες περιοχές του ΟΟΣΑ

 

 

Πραγματική αύξηση του ΑΕΠ (% ανά έτος)

Αύξηση παραγωγικότητας (1) (% ανά έτος)

Αύξηση ενεργού πληθυσμού (% ανά έτος)

Ποσοστό ανεργίας (%)

Πληθωρισμός (2) (% ανά έτος)

ΗΠΑ

 

 

 

 

 

1960-1973

4,3

2,3

1,7

4,9

 

3,3

 

1979-1989(*)

2,9

0,3

1,7

6,8

 

7,7

 

1973-1979

2,7

1,0

1,0

7,3

 

5,0

1989-1998(**)

1,9

 

0,8

 

0,9

 

6,1

 

2,7

 

ΙΑΠΩΝΙΑ

 

 

 

 

 

1960-1973

9,4

8,1

1,7

1,3

6,2

1973-1979

 

3,5

 

2,8

 

0,8

1,9

 

82

 

1979-1991(*)

 

3,9

 

2,6

 

0,9

 

2,4

 

2.3

 

1991-1998(**)

 

1,6

 

1,0

 

0,0

 

2,9

 

0,4

15 χώρες Ε. Ε. (3)

 

 

 

 

 

1960-1973

 

4,8

 

4,5 (4)

 

0,6

 

2,2

 

5,2

1973-1979

 

2,5

 

2,3

 

0,6

 

4,2

 

11,8

1979-1990(*)

 

2,3

 

1,8

 

0,6

 

8,7

 

7,1

 

1990-1998(**)

1,9

 

1,4

 

0,9

 

10,7

 

3,2

 

(1)  Παραγωγικότητα της εργασίας για το σύνολο της οικονομίας

(2)  Μέτρηση σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του δείκτη τιμών του ΑΕΠ

(3)  Περιλαμβάνει τη Δ. Γερμανία από το 1960 ως το 1990 και ολόκληρη τη Γερμανία στη συνέχεια

(4)  Περιλαμβάνει τη Γαλλία από το 1965 και τις Κάτω Χώρες από το 1969

(*) Ο τελευταίος χρόνος της περιόδου αντιστοιχεί στην αναπτυξιακή αιχμή της συγκυρίας της δεκαετίας του ‘80 και στις τρεις περιοχές

(**) Προβλέψεις της γραμματείας του ΟΟΣΑ για το 10997 και το 1998

 

 

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ"

Υπάρχει οπωσδήποτε ένας άμεσος συσχετισμός ανάμεσα στην κρίση, ιδιαίτερα τη δομική κρίση του καπιταλισμού, και στην ανάπτυξη των μηχανών, της τεχνολογίας, των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.

Όχι με την έννοια ότι οι ίδιες οι μηχανές και η τεχνολογία προκαλούν την κρίση και τις αντίστοιχες καταστροφικές συνέπειες στις συνθήκες ζωής και εργασίας της εργατικής τάξης – μια αντίληψη που είχε οδηγήσει τον Νεντ Λουντ και το αντίστοιχο κίνημα των "λουδιτών" στην Αγγλία των αρχών του 19ου αιώνα στο να καταστρέφουν τις μηχανές. Ούτε με την έννοια που υποστηρίζουν και σήμερα ορισμένοι αστοί οικονομολόγοι και "εκσυγχρονιστές" πολιτικοί όταν θεωρούν τις ολέθριες κοινωνικές επιπτώσεις της "τεχνολογικής επανάστασης" φυσιολογική και αναπόφευκτη διαδικασία για την αντικατάσταση της παλιάς παραγωγικής μηχανής από μια καινούργια.

Οι όποιες αρνητικές επιπτώσεις των μηχανών και της τεχνολογίας δεν είναι παρά συνέπεια της καπιταλιστικής τους χρήσης, που από απλά εργαλεία για την παραγωγή αγαθών τις μετατρέπει σε μέσα για το ξεζούμισμα όλο και περισσότερης απλήρωτης εργασίας, σε μέσα εκμετάλλευσης, που αντί να αξιοποιούνται για να διευκολύνουν τη δουλειά του εργάτη είναι αυτά που τον αξιοποιούν και τον υποτάσσουν. Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Μαρξ "...ενώ αυτή καθαυτή η μηχανή συντομεύει τον εργάσιμο χρόνο, ο καπιταλισμός τη χρησιμοποιεί για να μεγαλώνει την εργάσιμη μέρα, ενώ αυτή καθαυτή ελαφρύνει την ανθρώπινη εργασία, ο καπιταλισμός τη χρησιμοποιεί για να αυξάνει την εντατικοποίηση, ενώ αποτελεί αυτή καθαυτή μια νίκη του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις της φύσης, ο καπιταλισμός τη χρησιμοποιεί για να υποδουλώνει μέσω των φυσικών δυνάμεων τον άνθρωπο, ενώ αυτή καθαυτή πολλαπλασιάζει τον πλούτο του παραγωγού, ο καπιταλισμός τη χρησιμοποιεί για να τον εξαθλιώνει..." ("Το Κεφάλαιο", τ. 1ος)

Και είναι τέλος αυτή η καπιταλιστική χρήση των μηχανών που φέρνει μαζί της την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και την κρίση όπου, όπως έλεγε ο Ένγκελς, "...οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις ωθούν με όλο και μεγαλύτερη δύναμη προς την άρση της αντίθεσης, προς την απελευθέρωσή τους από την καπιταλιστική τους ιδιότητα, προς μια πραγματική αναγνώριση του χαραχτήρα τους ως κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων" ("Αντι-Ντύρινγκ").

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ"

Στην ιστορία του καπιταλισμού μέχρι σήμερα είχαμε τρία μεγάλα κύματα ανάπτυξης νέων παραγωγικών δυνάμεων και νέων μεθόδων παραγωγής που ονομάστηκαν "βιομηχανικές επαναστάσεις".

Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση είχε αφετηρία της την ατμοκίνητη μηχανή και οδήγησε στη διάρκεια και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα στην ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας (άνθρακας, χάλυβας, υφαντουργία) και στην επέκταση των μεταφορών (σιδηρόδρομος, ατμόπλοιο).

Η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση στηρίχτηκε στη μηχανή εσωτερικής καύσης και στον ηλεκτρικό κινητήρα. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα πραγματοποιήθηκαν μ’ αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις επαναστατικές αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής (ηλεκτρομηχανική, ταινιόδρομος συναρμολόγησης), στις επικοινωνίες (τηλέγραφος, τηλέφωνο), στις μεταφορές (αυτοκίνητο, αεροπλάνο), σε νέα προϊόντα (μεταλλικά, χημικά).

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 αναπτύσσονται ραγδαία η μικροηλεκτρονική, η πληροφορική, η βιοτεχνολογία, νέα μέταλλα, νέες πηγές ενέργειας, καθώς και μια σειρά νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής, αυτοματοποίηση, ελαστικά συστήματα παραγωγής) που δείχνουν να οδηγούν προς μια τρίτη βιομηχανική επανάσταση.

Αυτές οι νέες τεχνολογίες και οι νέες μέθοδοι παραγωγής είχαν κάνει την εμφάνιση τους κιόλας πριν από την κρίση της δεκαετίας του ‘70. Ωστόσο η κρίση ήρθε να δώσει νέα τεράστια ώθηση στην παραπέρα ανάπτυξη και αξιοποίηση τους στην προσπάθεια του κεφαλαίου να ξεφύγει από τις συνέπειες της και να αναστηλώσει τα κέρδη του: α) με τη δημιουργία νέων αγορών και νέων προϊόντων που είχαν αυξημένη ζήτηση και απέφεραν υψηλά ποσοστά κέρδους, και β) με την εντατικότερη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και την απόσπαση επιπλέον υπεραξίας με την αύξηση της παραγωγικότητας. Όπως έχουμε ήδη δείξει, εκείνοι οι κεφαλαιοκράτες που κατορθώνουν να αξιοποιήσουν πρώτοι τις νέες τεχνολογίες είναι αυτοί που απολαμβάνουν και τα μεγαλύτερα υπερκέρδη. Ο λεγόμενος "επανασχεδιασμός" της παραγωγής με βάση τις νέες μεθόδους έχει αποκτήσει σήμερα καθοριστική σημασία στην ξέφρενη κούρσα για την επικράτηση ανάμεσα στα τρία ισχυρότερα ιμπεριαλιστικά κέντρα, ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία.

 

ΝΕΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘70, κυρίαρχη μέθοδος παραγωγής ήταν η λεγόμενη "επιστημονική οργάνωση της εργασίας", στηριγμένη στο σύστημα του Τέϋλορ. Το σύστημα αυτό, κατακερματίζοντας την παραγωγική διαδικασία σε απλές, επαναλαμβανόμενες και εύκολα ελεγχόμενες κινήσεις, ξεχώριζε αυστηρά την πνευματική εργασία (σχεδιασμός και διαχείριση της παραγωγής) από τη χειρονακτική εργασία των ανειδίκευτων εργατών.

Με το λεγόμενο φορντικό μοντέλο και τον ταινιόδρομο της συναρμολόγησης, η παραγωγή και η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκαν κατακόρυφα σε σχέση με προηγούμενες εποχές, εκτινάσσοντας έτσι και τα κέρδη του κεφαλαίου. Το σύστημα αυτό, έχοντας επινοηθεί για τη μαζική παραγωγή μεγάλης κλίμακας, έχει τις δικές του ακαμψίες. Στις περιόδους της αποθήκευσης των προϊόντων ενός ορισμένου τύπου, μεγάλες μάζες κεφαλαίου παραμένουν "νεκρές". Η παραγωγή νέων προϊόντων απαιτεί το μετασχηματισμό ολόκληρου του ταινιόδρομου συναρμολόγησης. Σημειώνονται έτσι μεγάλες απώλειες σε σταθερό κεφάλαιο.

Με τη χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των ρομπότ και κυρίως με τις μεθόδους της "λιτής παραγωγής", που πρώτοι επινόησαν οι Ιάπωνες, σημειώνονται εντυπωσιακές αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής. Η αρχή της παράδοσης προϊόντων και εξαρτημάτων "την ώρα που θα χρειαστούν" (just in time) μειώνει στο ελάχιστο την αποθήκευση. Η "διεύθυνση μέσω του στρες" (management by stress) θέτει υπό διαρκή ηλεκτρονική παρακολούθηση τους χειρισμούς του εργάτη, σημειώνοντας με πράσινα, πορτοκαλιά και κόκκινα φωτάκια τα λάθη, τις αδυναμίες και τους επιτυχημένους χειρισμούς του, πιέζοντας έτσι ασφυκτικά για συνεχή βελτίωση της παραγωγής. Η "συλλογική εργασία" (team work) και οι "κύκλοι ποιότητας" απαιτούν από κάθε εργάτη διαρκή έλεγχο των συναδέλφων του και άμεση παρέμβαση για τη διόρθωση του λάθους ή της καθυστέρησης. Στόχος είναι τα πέντε μηδενικά: μηδέν καθυστέρηση, μηδέν αποθήκευση, μηδέν λάθη, μηδέν βλάβες, μηδέν γραφειοκρατία. Αποτέλεσμα η μεγάλη εξοικονόμηση σταθερού κεφαλαίου και η αύξηση των κερδών. Έτσι επιτεύχθηκε πολύ πιο ψηλή παραγωγικότητα που έδωσε π.χ. στη γιαπωνέζικη Τογιότα τη δυνατότητα να παράγει ένα αυτοκίνητο σε 16 ώρες αντί για τις 31 ώρες που χρειαζόταν η Τζένεραλ Μότορς. Η ανταγωνιστικότητα με βάση τις νέες μεθόδους έγινε καταναγκασμός για όλες τις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι οι νέες αυτές μέθοδοι παραγωγής οδηγούν σε πιο ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, μετατρέπουν τις πολύβουες και ανθυγιεινές αίθουσες παραγωγής σε επιστημονικά εργαστήρια και μειώνουν την απόσταση ανάμεσα στη χειρονακτική και την πνευματική εργασία.

Η αλήθεια είναι ότι με τις νέες μεθόδους κατακερματίζεται και η πνευματική εργασία. Με τη χρησιμοποίηση της πληροφορικής, ο σχεδιασμός και η επίβλεψη της παραγωγής μετατρέπονται σε απλές λειτουργίες ελέγχου, πράγμα που αυξάνει την παραγωγικότητα και επιτρέπει την εκτέλεση της εργασίας από ένα πολύ πιο ανειδίκευτο προσωπικό. Η πληροφορική αφαιρεί από τη δραστηριότητα του διανοητικού εργάτη τον ατομικό και δημιουργικό χαραχτήρα της και οδηγεί μεγάλο αριθμό εργαζόμενων στην απο-ειδίκευση, αλλά και στην ανεργία. Η πνευματική εργασία μετατρέπεται έτσι σε ενέργειες ρουτίνας που εκτελούνται μέσω του υπολογιστή.

Η εντατικοποίηση στις συνθήκες της ηλεκτρονικής παρακολούθησης της δουλειάς δεν είναι πια μόνο σωματική, αλλά και πνευματική. Νέες επαγγελματικές ασθένειες κάνουν την εμφάνιση τους. Η πιο τρομερή από αυτές, που οι Γιαπωνέζοι την ονομάζουν "καρόσι", οδηγεί ακόμα και στο θάνατο εξαιτίας της σωματικής και πνευματικής υπερκόπωσης.

 

ΑΝΕΡΓΙΑ-ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΝ

Ο Μαρξ έλεγε: "Η παραγωγικότητα της μηχανής μετριέται ανάλογα με το βαθμό στον οποίο αυτή αντικαθιστά ανθρώπινη εργασία" ("Το Κεφάλαιο" -τ.1ος). Κάθε φορά που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι σήμερα νέα μέσα και νέες μέθοδοι παραγωγής στην ιστορία του καπιταλισμού, αυτά οδήγησαν κατ’ αρχή σε μεγάλη αύξηση της ανεργίας στο λεγόμενο "σχετικό υπερπληθυσμό".

Η ανεργία αποτέλεσε πάντα ακαταμάχητο όπλο για την όλο και μεγαλύτερη συμπίεση των μισθών, την αφαίρεση κατακτήσεων και δικαιωμάτων, την εντατικοποίηση της δουλειάς των υπόλοιπων εργαζόμενων, την αύξηση όχι μόνο της σχετικής υπεραξίας με την αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά και της απόλυτης υπεραξίας, είτε με τη μείωση της αμοιβής του εργάτη είτε με την επιμήκυνση και εντατικοποίηση της εργάσιμης μέρας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ύστερα από μακρόχρονους αγώνες, αλλά και κάτω από την επιρροή της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης, το 8ωρο είχε λίγο πολύ γενικευτεί σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο για αρκετά χρόνια από το 1917 και μετά, με την αύξηση της ανεργίας και την άμπωτη του εργατικού κινήματος από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 οι καπιταλιστές επέβαλαν και πάλι το 10ωρο, το 12ωρο ή ακόμα και το 16ωρο.

Στις σημερινές συνθήκες της τρίτης δομικής κρίσης του καπιταλισμού και της αναδιάρθρωσης της παραγωγικής του μηχανής με βάση τον αυτοματισμό και τις νέες τεχνολογίες, γινόμαστε μάρτυρες μιας εκρηκτικής διόγκωσης της ανεργίας και μιας παράλληλης μείωσης του αριθμού των απασχολούμενων σε όλους τους τομείς της παραγωγής:

·         Στη γεωργία, όπου το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού, από το 6Ο% που ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα έχει φτάσει σήμερα στο 3%-5% στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και σχεδιάζεται μια ακόμα μεγαλύτερη μείωση του. Με το συνδυασμό των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της βιοτεχνολογίας σ’ ένα ενιαίο σύμπλεγμα ορισμένοι μιλούν κιόλας για ένα αυτοματοποιημένο αγρόκτημα-εργοστάσιο που θα ελέγχεται από τις πολυεθνικές του αγροφαρμακευτικού τομέα. Η παραπέρα μείωση της απασχόλησης στη γεωργία, την οποία παλιότερα απορροφούσαν η βιομηχανία και οι υπηρεσίες, ιδιαίτερα για τις χώρες του Γ' κόσμου ή ακόμα και για τις χώρες με μέση καπιταλιστική ανάπτυξη, με το ψηλό ποσοστό αγροτών, εγκυμονεί εκρηκτικά κοινωνικά φαινόμενα εξαιτίας της κρίσης αλλά και της ραγδαίας αποβιομηχάνισης που τις χαρακτηρίζει.

·         Στη βιομηχανία, οι μαζικές απολύσεις αποτελούν μόνιμο συνοδευτικό χαρακτηριστικό στα πλαίσια του λεγόμενου επανασχεδιασμού των επιχειρήσεων. Μέσα σε 4 χρόνια (‘92–’95) η ΙΒΜ, το "διαμάντι" της αμερικάνικης βιομηχανίας, πραγματοποίησε 100.000 απολύσεις. Ο γερμανικός γίγαντας της ηλεκτρονικής και της μηχανολογίας, η Siemens, μείωνε την ίδια περίοδο τις δαπάνες της κατά 20%-30% και απέλυε πάνω από 16.000 υπαλλήλους σε όλο τον κόσμο. Η γιαπωνέζικη εταιρεία τηλεπικοινωνιών ΝΤΤ μέσα στο 1993 απέλυσε 10.000 εργαζόμενους, σχεδιάζοντας ταυτόχρονα την απόλυση άλλων 30.000 στα επόμενα χρόνια. Ανάλογα μέτρα και περικοπές προώθησαν η Τζένεραλ Μότορς και η Μερσεντές Μπεντζ, η χαλυβουργία, η χημική βιομηχανία, η υφαντουργία κ.λπ. Ενώ στο διάστημα μεταξύ 1979-1992 η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 35%, στις ΗΠΑ το εργατικό δυναμικό αντίθετα μειώθηκε κατά 15%. Στο παρελθόν όσοι έχαναν τη δουλειά τους στη βιομηχανία αναζητούσαν διέξοδο στον τομέα των υπηρεσιών.

·         Σήμερα ωστόσο και ο τομέας των υπηρεσιών προχωρά σε μαζικές απολύσεις με τη χρησιμοποίηση των νέων τεχνολογιών. Οι εμπορικές τράπεζες και τα ταμιευτήρια των ΗΠΑ σχεδιάζουν μείωση των θέσεων εργασίας κατά 30%-40%. Η ΑΤ&Τ πραγματοποιεί στις μέρες μας 50% περισσότερες κλήσεις με 40% λιγότερους υπαλλήλους. Νέες εργασιακές σχέσεις εμφανίζονται με το λεγόμενο "εικονικό γραφείο" και την "τηλεεργασία".

 

Στη βάση εξελίξεων σαν τις παραπάνω, διάφοροι αστοί θεωρητικοί και μελλοντολόγοι επεξεργάζονται νέους μύθους για το "τέλος της εργασίας", για "βιομηχανίες χωρίς εργάτες", για τη "χειραφέτηση του κεφαλαίου από τους εργαζόμενους". Ταυτόχρονα βέβαια και ενώ προσπαθούν με "προβλέψεις" σαν τις παραπάνω να τρομοκρατήσουν τους εργάτες και να εξασφαλίσουν την αδιαμαρτύρητη υποταγή τους στην κερδοσκοπία του κεφαλαίου, δεν μπορούν να κρύψουν το δέος που τους πιάνει μπροστά στα αναρίθμητα εκατομμύρια των ανέργων και τις όλο και πιο πλατιές προλεταριοποιημένες μάζες που, ακόμα και μέσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, γνωρίζουν την πείνα και την εξαθλίωση, μην έχοντας άλλο πόρο για την επιβίωση τους από την πώληση της εργατικής τους δύναμης.

 

ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΤΟ "ΤΕΛΟΣ", ΠΙΟ ΕΝΤΟΝΟ ΤΟ ΞΕΖΟΥΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η θεωρητική λαθροχειρία και η απάτη "προβλέψεων" σαν τις παραπάνω βρίσκεται στο γεγονός ότι ξεχωρίζουν τις θεωρητικές δυνατότητες των μηχανών και της τεχνολογίας από την καπιταλιστική τους χρήση.

Επειδή ως κεφάλαιο η μηχανή, ως συσσωρευμένη-νεκρή εργασία, δεν μπορεί να μεταφέρει άλλο από το κόστος της στο εμπόρευμα, δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τον πρωταρχικό υπαρξιακό όρο της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν μπορεί να παραγάγει νέα αξία, ούτε φυσικά υπεραξία και κέρδος, χωρίς τη μεσολάβηση της ζωντανής εργασίας, που μόνο αυτή αποτελεί πηγή νέας αξίας. Να γιατί "προϋπόθεση του κεφαλαίου είναι η μισθωτή εργασία" (Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς "Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος"). Και να γιατί μόνο με την κατάργηση του κεφαλαίου θα μπορούσε και η μισθωτή εργασία να καταργηθεί.

Αυτό που ισχύει αντίθετα στον καπιταλισμό είναι το εκπληκτικό φαινόμενο, το "οικονομικό παράδοξο" όπως έλεγε ο Μαρξ, οι τιτάνιες δυνάμεις της συσσωρευμένης εργασίας που θα μπορούσαν να γίνουν καταλυτικό μέσο για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου, να μετατρέπονται στο πιο αποφασιστικό εργαλείο για τη μετατροπή ολόκληρης της ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε εργάσιμο χρόνο, αφιερωμένο αποκλειστικά στην αξιοποίηση του κεφαλαίου.

Κι αυτό γιατί στις συνθήκες της καπιταλιστικής κυριαρχίας, υπάρχει "μια εσωτερική αντίφαση στη χρήση της μηχανής για την παραγωγή υπεραξίας, η οποία έγκειται στο γεγονός ότι από τους δυο παράγοντες της υπεραξίας, που παρέχει το κεφάλαιο ενός ορισμένου μεγέθους, τον ένα παράγοντα, το ποσοστό της υπεραξίας, μπορεί να τον μεγαλώσει μόνο μέσω της σμίκρυνσης του άλλου παράγοντα, του αριθμού των εργατών. Αυτή η εσωτερική αντίφαση εμφανίζεται αμέσως από τη στιγμή που, με τη γενίκευση της χρήσης μιας μηχανής σ’ ένα βιομηχανικό κλάδο, η αξία του μηχανικά παραγόμενου εμπορεύματος γίνεται η ρυθμιστική κοινωνική αξία όλων των εμπορευμάτων αυτού του είδους. Και είναι αυτή η αντίφαση πάλι που σπρώχνει με τη σειρά της το κεφάλαιο, χωρίς ούτε το ίδιο να το συνειδητοποιεί, προς τη βίαιη επιμήκυνση της εργάσιμης μέρας για να μπορέσει έτσι να αναπληρώσει τη σχετική μείωση των εκμεταλλευόμενων εργατών μέσω της αύξησης όχι μόνο της σχετικής αλλά και της απόλυτης υπεραξίας" ("Το Κεφάλαιο"-τ. 1ος).

Οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι αποκαλυπτικές και για τη σημερινή πραγματικότητα σ’ ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις σε διεθνή κλίμακα. Μια πραγματικότητα με 41 εκ. ανέργους στις χώρες του ΟΟΣΑ, 1 δις ανέργους αν συνυπολογίσουμε ολόκληρο τον κόσμο (Ρωσία, Αν. Ευρώπη, Γ' κόσμο), όπου ταυτόχρονα εκδηλώνεται μια πρωτοφανής επίθεση στις κατακτήσεις, τα δικαιώματα και τις εργασιακές σχέσεις που δεν έχει άλλο σκοπό από την αύξηση της απόλυτης υπεραξίας που απομυζά το κεφάλαιο.

Οι μέθοδοι αυτές από τις ΗΠΑ των Ρέιγκαν, Μπους και Κλίντον μέχρι την Ευρωπαϊκή Ένωση της Λευκής Βίβλου και του Μάαστριχτ δεν είναι άλλες από αυτές που επιδιώκουν την πλήρη "ελαστικοποίηση" και τη λεγόμενη "απελευθέρωση της αγοράς εργασίας" με το πρόσχημα της καταπολέμησης της ανεργίας. Πρόκειται για μέτρα όπως: τον υπολογισμό του χρόνου εργασίας σε ετήσια βάση και την κατάργηση της υπερωριακής αμοιβής. Την κατάργηση του 8ωρου και τη μετατροπή του σε 10ωρο ή και 12ωρο, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης. Την κατάργηση της αργίας του Σαββατοκύριακου. Τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Την προσωρινή απασχόληση. Τη μερική απασχόληση. Το περιβόητο εκείνο "hire and fire" (περίπου "προσλαμβάνεσαι για μια δουλειά και απολύεσαι"). Όλες εκείνες τις μορφές της λεγόμενης "επισφαλούς εργασίας" με αμοιβές πείνας και χωρίς δικαιώματα. Την κατάσταση εκείνη που χαρακτηρίζει 7.900.000 Aμερικανούς που, κάνοντας σήμερα περισσότερες από μια δουλειές για να τα βγάλουν πέρα, κερδίζουν ωστόσο λιγότερα από όσα κέρδιζαν με τη μία σταθερή δουλειά τους στο παρελθόν. Πράγματι, όλη η ζωή του εργαζόμενου μετατρέπεται σ’ ένα ατελείωτο κυνήγι του επιούσιου, αφιερωμένο αποκλειστικά στην αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Η επίθεση στις εργασιακές σχέσεις συνοδεύεται από την ολομέτωπη επίθεση κατά του βιοτικού επιπέδου και των κατακτήσεων των εργαζόμενων συνολικά περίπου εδώ και δυο δεκαετίες με θεωρητικό υπόβαθρο το νεοφιλελευθερισμό και χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις τόσο από τη μεριά της διεθνούς δεξιάς όσο και της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Αποτέλεσμα η απότομη επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των εργαζόμενων σε παγκόσμια κλίμακα:

·         Μέσα σε μια εικοσαετία στις ΗΠΑ οι μισθοί έχασαν πάνω από το 15% της αξίας τους. Το 12% του πληθυσμού στις ΗΠΑ, 30 εκ. άτομα, ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. 35% στερούνται κάθε είδους ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αντίστοιχα στην Ευρώπη 57 εκ. φτωχοί και 20 εκ. άνεργοι σηματοδοτούν τη γενική επιδείνωση του βιοτικού επίπεδου. Αλλά για να συλλάβουμε τις πραγματικές διαστάσεις της ανεργίας στις χώρες του ΟΟΣΑ, θα πρέπει δίπλα στα 41 εκ. επίσημους ανέργους να συνυπολογίσουμε άλλα 15 εκ. αυτών που απογοητευμένοι έχουν σταματήσει να ψάχνουν για δουλειά, καθώς και τις πολλές δεκάδες εκατομμύρια των μερικά απασχολουμένων και υποαπασχολούμενων. Όπως είναι γνωστό, το 70% των νέων θέσεων στις ΗΠΑ είναι κακοπληρωμένες θέσεις μερικής απασχόλησης.

·         Η κατάσταση στη Ρωσία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έρχεται να βαρύνει κι αυτή αρνητικά στο διεθνές ισοζύγιο μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Στις συνθήκες αυτές όπου στη Ρωσία μεταξύ 1990 και 1995 το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν έχασε το 61% της αξίας του, καταβαραθρώθηκαν και τα εισοδήματα των εργαζόμενων, όταν δεν έμεναν εντελώς απλήρωτοι για την εργασία που πρόσφεραν. Στο Αζερμπαϊτζάν και στη Γεωργία ο μηνιαίος μισθός από 130$ και 102$ έπεσε και για τις δυο χώρες στα 3$. Το 1989 στη Ρουμανία μόλις το 1,5% του πληθυσμού θεωρούνταν φτωχοί. Πέντε χρόνια αργότερα, το 27% των Ρουμάνων υπολογίζεται ότι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Στη Βουλγαρία, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, η πλειοψηφία του πληθυσμού ζει με 4$ περίπου την ημέρα, ενώ πολλοί συνταξιούχοι και άποροι τρέφονται με σκυλοτροφές. Στα 1989 στη Ρωσία η μέση διάρκεια ζωής ήταν 64,2 χρόνια. Στα 1994 έχει πέσει στα 58,2 χρόνια.

·         Ακόμα πιο τραγική είναι η κατάσταση στις χώρες του τρίτου κόσμου, που στις συνθήκες της κρίσης και των νέων τεχνολογιών ζουν την καταστροφή της οικονομίας τους, η οποία δεν αντισταθμίζεται από τις επιλεκτικές επενδύσεις των πολυεθνικών. Ενδεικτικά, στις χώρες αυτές: 3 δις άνθρωποι ζουν με λιγότερα από 2$ την ημέρα. 1,3 δις δεν έχουν εξασφαλισμένο πόσιμο νερό. 14 εκ. παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από την πείνα.

Την ίδια ώρα το παγκόσμιο χρέος ξεπερνάει τα 33 τρις δολάρια, ξεπερνάει δηλαδή το 130% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το χρέος αυτό αυξάνεται κατά 6% ως 8% το χρόνο, με ρυθμό δηλαδή μεγαλύτερο από το ρυθμό ανάπτυξης του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στις συνθήκες της σημερνής κρίσης υπερπαραγωγής, μη βρίσκοντας άλλες ικανοποιητικές δυνατότητες επένδυσης, το κεφάλαιο κερδοσκοπεί στα χρηματιστήρια, κινώντας καθημερινά γύρω στο 1,5 τρις δολάρια στις διεθνείς χρηματαγορές. Ακόμα και οι ίδιοι οι αστοί μελετητές και οικονομολόγοι περιγράφουν εφιαλτικές εικόνες καταρρεύσεων, χρηματιστηριακών κραχ και μιας παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης ανυπολόγιστου μεγέθους και διάρκειας.

 

ΟΥΤΕ ΑΛΛΑΖΕΙ - ΟΥΤΕ ΔΙΟΡΘΩΝΕΤΑΙ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ

Απ’ όσα εξετάσαμε ως τώρα, διαπιστώνουμε ότι παρά τις θεωρίες για "καπιταλισμό χωρίς κρίσεις" παλιότερα, για μεταλλαγμένο καπιταλισμό, "μετακαπιταλισμό" ή "μεταβιομηχανική κοινωνία" στις μέρες μας, εξακολουθούν να ισχύουν όλες οι βασικές νομοτέλειες του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Και επιβάλλονται σ’ εκείνους που τις αρνούνται με τον ίδιο τρόπο που επιβάλλεται ο νόμος της βαρύτητας σε όσους δεν θέλουν να τον αναγνωρίσουν, "όταν πέφτει το ταβάνι επάνω στο κεφάλι τους", όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Μαρξ.

Γι’ αυτό, αντί να παρασυρόμαστε από τους διάφορους απολογητές του συστήματος που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσπαθούν να μας πείσουν "πόσο έχει αλλάξει ο καπιταλισμός", εκείνο που εμείς πρέπει να αποκαλύπτουμε είναι η μη επιδεχόμενη αλλαγές και βελτιώσεις, η βαθύτερη, η απάνθρωπη φύση του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ενός συστήματος αρχαϊκού, σάπιου και γερασμένου, που ιδιαίτερα σήμερα, στις συνθήκες της τρίτης δομικής κρίσης του καπιταλισμού, έχει έρθει σε εκρηκτική, σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με τις δυνατότητες και τις ανάγκες των ανθρώπων της εποχής μας.

Η κρίση αυτού του συστήματος που περιγράψαμε και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, εξαθλιώνοντας τις εργαζόμενες μάζες και μέσα στις ίδιες τις καπιταλιστικές μητροπόλεις, δεν οφείλεται στη μείωση, αλλά σε πρωτοφανή αύξηση της παραγωγικής δύναμης της κοινωνικής εργασίας. Η εργατική τάξη είναι όλο και λιγότερο σε θέση να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες της, η φτώχεια, η πείνα, ο κοινωνικός αποκλεισμός χτυπούν όλο και μεγαλύτερα τμήματά της, όχι γιατί παράγει λιγότερα, αλλά γιατί παράγει παρά πολλά αγαθά με την εργασία της. Οι μάζες των ανέργων διογκώνονται όχι γιατί δεν επαρκούν τα μέσα παραγωγής, αλλά γιατί έχουν παραχθεί παρά πολλά μέσα παραγωγής που υποαπασχολούνται ή καταστρέφονται. Η κρίση δεν οφείλεται στην ένδεια, αλλά στην αφθονία. Η φτώχεια δεν είναι παρά η άλλη όψη του πλούτου που ξεχειλίζει. Είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στον κοινωνικό, σήμερα θα λέγαμε στον παγκόσμιο, χαρακτήρα της παραγωγής και στην καπιταλιστική της ιδιοποίηση.

Οι κρίσεις δεν είναι δυνατό να ξεπεραστούν παρά μονάχα με την καταστροφή της κυριαρχίας του κεφαλαίου και την ανατροπή του καπιταλισμού. Με τη συλλογική ιδιοκτησία και την εργατική εξουσία, που -όπως έχει αποδείξει, παρ’ όλες τις αδυναμίες της, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού όσο διατηρούσε τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά- μόνο αυτές μπορούν να λύσουν το γόρδιο δεσμό της κρίσης και να προσανατολίσουν τη δράση των συσσωρευμένων παραγωγικών δυνατοτήτων προς την ικανοποίηση των διευρυνόμενων αναγκών της κοινωνίας. Η επικράτηση του ρεβιζιονισμού και η καπιταλιστική παλινόρθωση γκρέμισαν και πάλι τις κοινωνίες αυτές στην κρίση και στην εξαθλίωση.

Βέβαια οι κρίσεις, όσο κι αν ξεσηκώνουν τη δυσαρέσκεια των μαζών, δεν οδηγούν μοιραία στην επανάσταση. Όταν οι πλατιές εργαζόμενες μάζες είναι ανέτοιμες, ασυνειδητοποίητες κι ανοργάνωτες, ο καπιταλισμός είναι σε θέση να αναπαράγεται και να επιβιώνει με τη μαζική καταστροφή αξιών, με το φασισμό και τον πόλεμο. Οι αντιλήψεις για αυτόματη κατάρρευση του καπιταλισμού δεν είναι μόνο λαθεμένες, είναι και αρνητικές, γιατί οδηγούν στην επανάπαυση και στην αδράνεια. Αντίθετα, η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία της εργατικής τάξης, η σύνδεση των επί μέρους αγώνων της με τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να μπορέσει αυτή να ανταποκριθεί στο ιστορικό της καθήκον της απελευθέρωσης της κοινωνίας από τα δεσμά του καπιταλισμού.

 

Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενο σημείο αυτού του κειμένου, κιόλας η πρώτη δομική κρίση του καπιταλισμού, από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 20ού, τον είχε οδηγήσει, με την κλιμάκωση του ανταγωνισμού, στο ανώτατο μονοπωλιακό του στάδιο, τον ιμπεριαλισμό.

"Ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης, στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ και έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες κεφαλαιοκρατικές χώρες". Άνοιγε έτσι η εποχή "...της εξαιρετικά οξυμένης πάλης για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου" ("Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού". Ο ορισμός αυτός του Λένιν εξακολουθεί να ισχύει απόλυτα και στις μέρες μας.

Μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο, με την ανατροπή του προστατευτισμού της προπολεμικής περιόδου και την επικράτηση μιας αυξανόμενης "φιλελευθεροποίησης" των διεθνών ανταλλαγών κάτω από αμερικάνικη ηγεμονία, και ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της μακρόχρονης κρίσης του καπιταλισμού από τη δεκαετία του ‘70 μέχρι σήμερα, η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σημείωσε καινούρια άλματα, η ενίσχυση του ρόλου των μονοπωλίων στη διεθνή οικονομία πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις. Η κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων και κεφαλαίου, οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, η υπερχρέωση των οικονομιών, η όλο και πιο μαζική ανεργία και η συμπίεση των εισοδημάτων των εργαζόμενων -η συρρίκνωση δηλαδή της αγοράς- δεν άφηναν άλλες δυνατότητες για την επέκταση και την αύξηση των κερδών των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων από την όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ τους και από την προσπάθεια αρπαγής τμημάτων της αγοράς όχι μόνο από τους μικρομεσαίους και πιο αδύναμους καπιταλιστές, αλλά κι από το ένα ή το άλλο μονοπωλιακό συγκρότημα.

Η μάχη έπρεπε έτσι να δοθεί ακόμα και μέσα στην ίδια την εθνική αγορά του αντιπάλου και να δημιουργηθούν γι’ αυτό το σκοπό ανάλογες εγκαταστάσεις -εργοστάσια, τράπεζες, εμπορικά δίκτυα- για την παραγωγή τις συναλλαγές και τη διακίνηση των εμπορευμάτων. Το κέντρο βάρους των διεθνών δραστηριοτήτων του κεφαλαίου μετατοπίστηκε έτσι ακόμα περισσότερο από την εκμετάλλευση πρώτων υλών και την εξαγωγή έτοιμων προϊόντων προς την αύξηση των επενδύσεων στο εξωτερικό. Μέσα στη διετία 1992-1993 ο όγκος αυτών των επενδύσεων αυξήθηκε δύο φορές πιο γρήγορα από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.

Επίσης, σε συνθήκες μείωσης των τιμών των πρώτων υλών, συρρίκνωσης και υπερχρέωσης των οικονομιών των χωρών του τρίτου κόσμου, το 75% των επενδύσεων αυτών κατευθύνθηκε από τη δεκαετία του ‘70 μέχρι σήμερα στο τρίγωνο ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη, Ιαπωνία. Προσφεύγοντας στο δανεισμό και με τη βοήθεια του μεγάλου τραπεζικού και χρηματιστικού κεφαλαίου, τα μονοπώλια προχώρησαν σε εξαγορές και συγχωνεύσεις με άλλες εταιρείες με ρυθμούς που φέρνουν ίλιγγο. Μεταξύ 1990 και 1995 οι πράξεις αυτές ανέρχονταν σε 3 τρις δολάρια ΗΠΑ. Υπολογίζεται ότι αν ο ρυθμός αυτών των συγχωνεύσεων συνεχιστεί ως το 2000, θα απαιτηθεί τελικά το ασύλληπτο ποσό των 10 τρις $ (το συνολικό ΑΕΠ των ΗΠΑ το 1996 ήταν 7,6 τρις $) (Monde Diplomatique Νο 517, Απρίλης ‘97).

Αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων ήταν η μεγάλη αύξηση του αριθμού των λεγόμενων " πολυεθνικών " (multinationals). Η διεθνής αριστερή (όχι μόνο μαρξιστική-λενινιστική) αρθρογραφία, ωστόσο, προτιμά τον όρο "υπερεθνικές " (transnationals), επειδή δεν πρόκειται για πραγματικά "πολυεθνικές "εταιρείες. Και αυτό γιατί το κέντρο των αποφάσεων, η "μητρική" εταιρεία βρίσκεται στο 95% των περιπτώσεων σε μια από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες, όπου συγκεντρώνεται η μεγάλη πλειοψηφία των μετοχών και των μερισμάτων, όπου καθορίζεται η στρατηγική, οι επιλογές και η διαχείριση των κεφαλαίων, με την ειδική προνομιακή μεταχείριση και την εκπροσώπηση των συμφερόντων των υπερεθνικών μονοπωλίων από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις.

Με τη ραγδαία ανάπτυξη που γνώρισαν μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, ο αριθμός των υπερεθνικών εταιρειών αυξήθηκε από 7.226 το 1969 στις 18.000 το 1982. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, ο αριθμός τους πραγματοποίησε ένα ακόμη άλμα για να φτάσει το 1995 τις 40.000, οι οποίες με 250.000 θυγατρικές και πυκνό δίκτυο δραστηριοτήτων κάτω από τον έλεγχο τους απλώνουν σήμερα τα πλοκάμια τους σε κάθε γωνιά του πλανήτη (UNCTAD: World Investment Report 1995).

Ωστόσο, ο σχετικά μεγάλος αριθμός των εταιρειών αυτών λειτουργεί παραπλανητικά γιατί πολλές από αυτές είναι σχετικά μικρές και έχουν μέσα στο γενικό ισοζύγιο τριτεύουσα ή ακόμα και μικρότερη σημασία.

 

Οι "200 πρώτες" Υπερεθνικές (στοιχεία 1995)

Χώρες

 

Αριθμός εταιρειών

 

Ενεργητικό

(σε δις $)

 

Κέρδη

(σε δισ.$)

 

% του

 παγκόσμιου ενεργητικού

 

% των

παγκόσμιων κερδών

 

Ιαπωνία

 

62

 

3.196

 

46

 

40,7

 

18.3

 

ΗΠΑ